ΤΙΤΛ. Εʹ. —Περὶ γεωργίας καὶ γεωργῶν· καὶ ὅτι καλὸν τὸ ἐργάζεσθαι. «Ἐξέβαλε Κύριος τὸν Ἀδὰμ ἐκ τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς, ἐργάζεσθαι τὴν γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθη.» «Ἤρξατο Νῶε ἄνθρωπος γεωργὸς γῆς, καὶ ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα, καὶ ἔπιεν ἐκ τοῦ οἴνου, καὶ ἐμεθύσθη.» «Ἰσάχαρ τὸ καλὸν ἐπεθύμησεν, ἀναπαυόμενος ἀναμέσον τῶν κλήρων· καὶ ἰδὼν τὴν ἀνάπαυσιν, ὅτι καλὴ, καὶ τὴν γῆν ὅτι πίων, τέθεικε τὸν ὦμον αὐτοῦ εἰς τὸ πονεῖν, καὶ ἐγενήθη ἀνὴρ γεωργός.» «Ἐπιμελοῦ τῶν ἐν πεδίῳ χλωρῶν, καὶ κερεῖς πόαν· σύναγε χόρτον ὀρεινὸν, ἵνα ἔχῃς πρόβατα εἰς ἱματισμόν. Τίμα δὲ πεδίον, ἵνα ὦσί σοι ἄρνες.» «Ἐργάζου τὴν γῆν σου· καὶ γὰρ πλοῖα οὐκέτι ἔρχεται ἐκ Καρχηδόνος.» «Νεώσατε ἑαυτοῖς νεώματα, καὶ μὴ σπείρετε εἰς ἀκάνθας.» «Μὴ μισήσῃς ἐπίπονον ἐργασίαν, καὶ γεωργίαν ὑπὸ Ὑψίστου ἐκτισμένην.» «Ὁ ἐργαζόμενος τὴν γῆν, ἀνύψωσε θημωνίαν αὐτοῦ.» «Χάριν καὶ κάλλος ἐπιθυμεῖ ὀφθαλμὸς, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα χλόην σπόρου.» «Τί σοφισθήσεται ὁ κρατῶν ἀρότρου, καὶ καυχώμενος ἐν δόρατι κέντρου, βόας ἐλαύνων, καὶ ἀναστρεφόμενος ἐν ἔργοις αὐτοῦ, καὶ διήγησις αὐτοῦ ἐν υἱοῖς ταύρων; Καρδίαν δώσει βαθὺ εἰς τεμεῖν αὔλακας, καὶ ἡ ἀγρυπνία αὐτοῦ εἰς χορτάσματα δαμάλεως.» «Τὸν κοπιῶντα γεωργὸν δεῖ πρῶτον τῶν καρπῶν μεταλαμβάνειν.»
Μετάφραση
ΤΙΤΛΟΣ Εʹ. — Περί γεωργίας και γεωργών· και ότι είναι καλό το να εργάζεται κανείς. «Έδιωξε ο Κύριος τον Αδάμ από τον παράδεισο της τρυφής, για να καλλιεργεί τη γη από την οποία προήλθε.» «Ο Νώε, ως γεωργός, άρχισε να καλλιεργεί τη γη, και φύτεψε αμπελώνα, και ήπιε από το κρασί, και μέθυσε.» «Ο Ισάχαρ επιθύμησε το καλό, αναπαυόμενος ανάμεσα στους κλήρους· και βλέποντας ότι η ανάπαυση είναι καλή, και η γη εύφορη, έβαλε τον ώμο του στον κόπο, και έγινε άνδρας γεωργός.» «Να φροντίζεις τα χλωρά φυτά στον κάμπο, και θα θερίσεις χορτάρι· σύναζε χόρτο βουνίσιο, για να έχεις πρόβατα για ενδυμασία. Να τιμάς δε τον κάμπο, για να έχεις αρνιά.» «Να καλλιεργείς τη γη σου· διότι πλοία δεν έρχονται πλέον από την Καρχηδόνα.» «Οργώστε για τον εαυτό σας νέα χωράφια, και μην σπέρνετε ανάμεσα σε αγκάθια.» «Μην μισήσεις την επίπονη εργασία και τη γεωργία που θεσπίστηκε από τον Ύψιστο.» «Αυτός που καλλιεργεί τη γη, θα υψώσει τη θημωνιά του.» «Χάρη και ομορφιά επιθυμεί το μάτι, και περισσότερο και από τα δύο την πρασινάδα του σπόρου.» «Πώς θα αποκτήσει σοφία αυτός που κρατά το άροτρο, και καυχιέται για το βουκέντρι, που οδηγεί τα βόδια, και ασχολείται συνεχώς με τις εργασίες του, και η συζήτησή του περιστρέφεται γύρω από τους ταύρους; Θα αφοσιωθεί ολόψυχα στο να ανοίγει αυλακιές, και η αγρυπνία του θα είναι για την τροφή των δαμαλιών.» «Ο γεωργός που κοπιάζει πρέπει πρώτος να μεταλαμβάνει από τους καρπούς.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες