Αὕτη ἐστὶν ἀναισχυντία. Οὐχ ὁρᾷς γέροντας ἀναπήρους; Ἀλλ᾽ ὢ τῆς ληρωδίας! ὁ δεῖνα, φησὶ, τοσούσδε χρυσοῦς δανείζει· ὁ δεῖνα δὲ τόσους, καὶ ἐπαιτεῖ. Παίδων μικρῶν μύθους διηγεῖσθε καὶ λήρους· καὶ γὰρ ἐκεῖνοι τοιούτων ἀεὶ μύθων παρὰ τῆς τιτθίδος ἀκούουσιν. Οὐ πείθομαι, οὐ πιστεύω, μὴ γένοιτο. Δανείζει τις, καὶ ἐν ἀφθονίᾳ ὢν προσαιτεῖ; τίνος ἕνεκεν, εἰπέ μοι; τί δὲ ἀσχημονέστερον τοῦ ἐπαιτεῖν; κρεῖσσον ἀποθανεῖν, ἢ ἐπαιτεῖν. Μέχρι τίνος ἀπηνεῖς ἐσμεν; Τί οὖν; πάντες δανείζουσι; πάντες ἐπιθέται εἰσίν; οὐδεὶς πένης ὄντως; Ναὶ, φησὶ, καὶ πολλοί. Τί οὖν ἐκείνοις οὐκ ἐπικουρεῖς, ἐπειδὴ ἀκριβὴς εἶ τῶν βίων αὐτῶν ἐξεταστής; Σκῆψις ταῦτα καὶ πρόφασις. Παντὶ τῷ αἰτοῦντί σε δίδου, καὶ τὸν θέλοντα δανείσασθαι ἀπὸ σοῦ μὴ ἀποστραφῇς· ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου, μὴ ἔστω συνεσταλμένη.
Μετάφραση
Αυτό είναι αναίδεια. Δεν βλέπεις γέροντες ανάπηρους; Αλλά, ω της ανοησίας! Ο τάδε, λέει, δανείζει τόσα χρυσά νομίσματα· και ο δείνα τόσα, και όμως επαιτεί. Μύθους μικρών παιδιών διηγείστε και ανοησίες· διότι και εκείνα τέτοιους μύθους ακούνε πάντοτε από την παραμάνα τους. Δεν πείθομαι, δεν το πιστεύω, μη γένοιτο. Δανείζει κάποιος, και, ενώ βρίσκεται σε αφθονία, ζητιανεύει; Για ποιον λόγο, πες μου; Και τι είναι πιο επονείδιστο από την επαιτεία; Είναι προτιμότερο να πεθάνει κανείς, παρά να επαιτεί. Μέχρι πότε θα είμαστε άσπλαχνοι; Τι λοιπόν; Όλοι δανείζουν; Όλοι είναι απατεώνες; Κανένας δεν είναι πραγματικά φτωχός; Ναι, απαντά, και μάλιστα πολλοί. Γιατί λοιπόν δεν βοηθάς εκείνους, αφού είσαι τόσο ακριβής εξεταστής της ζωής τους; Αυτά είναι προσχήματα και προφάσεις. Να δίνεις σε καθέναν που σου ζητά, και να μην αποστρέφεσαι αυτόν που θέλει να δανειστεί από εσένα· άπλωσε το χέρι σου, ας μην είναι συμμαζεμένο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες