ΤΙΤΛ. ϛʹ. —Περὶ θανάτου, καὶ τῆς ἐν τῷ ᾅδῃ καταστάσεως. «Ἐὰν ἄνθρωπος καταβῇ εἰς ᾅδην, οὐ μὴ ἀναβῇ ἔτι, οὐδὲ μὴ ἐπιγνῷ αὐτὸν ὁ τόπος αὐτοῦ.» «Γῆ σκοτεινὴ καὶ ζοφερὰ, γῆ σκότους αἰωνίου, οὗ οὐκ ἔστι φέγγος, οὐδὲ ὁρᾷν ζωὴν βροτῶν.» «Οὐκ ἔστιν ἐν τῷ θανάτῳ ὁ μνημονεύων σου,» καὶ τὰ λοιπά. «Τίς ὠφέλεια ἐν τῷ αἵματί μου, ἐν τῷ καταβαίνειν με;» καὶ τὰ λοιπά. «Μὴ διηγήσεταί τις ἐν τῷ τάφῳ τὸ ἔλεός σου;» καὶ τὰ λοιπά. «Οὐ νεκροὶ αἰνέσουσί σε, Κύριε, οὐδὲ πάντες,» καὶ τὰ λοιπά. «Ὕψιστον τίς αἰνέσει ἐν ᾅδῃ; ἀπὸ νεκροῦ ὡς μηδὲ ὄντος ἀπόλλυται ἐξομολόγησις.» «Οὐκ ἔστιν ἐν τῷ ᾅδῃ ἐλεγμὸς ζωῆς. Ὦ θάνατε, ὡς πικρόν σου τὸ μνημόσυνόν ἐστιν ἀνθρώπῳ εἰρηνεύοντι ἐν τοῖς ὑπάρχουσιν αὐτῷ, ἀνδρὶ ἀπερισπάστῳ, καὶ εὐοδουμένῳ ἐν πᾶσιν, καὶ ἔτι ἰσχύοντι ἐπιδέξασθαι τροφήν! Ὦ θάνατε, καλόν σου τὸ κρῖμά ἐστιν ἀνθρώπῳ ἐπιδεομένῳ καὶ ἐλασσουμένῳ ἰσχύϊ, ἐσχάτῳ γήρᾳ, καὶ περισπωμένῳ περὶ πάντων καὶ ἀπειθοῦντι, καὶ ἀπολωλεκότι ὑπομονήν.» «ᾍδης καὶ ἀπώλεια οὐκ ἐμπίπλανται.» Τὰ ἐν ᾅδῃ κακὰ οὐχὶ Θεὸν ἔχει τὸν αἴτιον, ἀλλ᾽ ἡμᾶς αὐτούς. ᾍδης κοινὸν πανδοχεῖόν ἐστι, καὶ θρήνων ἐργαστήριον.
Μετάφραση
ΤΙΤΛΟΣ ΣΤ΄. —Περί θανάτου και της καταστάσεως στον Άδη. «Εάν ο άνθρωπος κατέβει στον Άδη, δεν πρόκειται να ανέβει πλέον, ούτε πρόκειται να τον αναγνωρίσει ξανά ο τόπος του.» «Γη σκοτεινή και ζοφερή, γη αιώνιου σκότους, όπου δεν υπάρχει φως, ούτε μπορεί να δει κανείς ζωή θνητών.» «Δεν υπάρχει στον θάνατο κανείς που να σε μνημονεύει», και τα λοιπά. «Ποια ωφέλεια υπάρχει στο αίμα μου, με το να κατεβαίνω εγώ;» και τα λοιπά. «Μήπως θα διηγηθεί κανείς στον τάφο το έλεός σου;» και τα λοιπά. «Δεν θα σε δοξολογήσουν οι νεκροί, Κύριε, ούτε όλοι», και τα λοιπά. «Ποιος θα δοξολογήσει τον Ύψιστο στον Άδη; Από τον νεκρό, ως μη υπάρχοντα πλέον, χάνεται η δοξολογία.» «Δεν υπάρχει στον Άδη αναζήτηση της ζωής. Ω θάνατε, πόσο πικρή είναι η ανάμνησή σου σε άνθρωπο που ζει ειρηνικά με τα υπάρχοντά του, σε άνδρα αμέριμνο, που ευημερεί στα πάντα, και που έχει ακόμη τη δύναμη να τρέφεται! Ω θάνατε, καλή είναι η κρίση σου για άνθρωπο που στερείται και του οποίου μειώνεται η δύναμη, που βρίσκεται σε έσχατο γήρας, που μεριμνά για τα πάντα, που δυσανασχετεί και έχει χάσει την υπομονή.» «Ο Άδης και η απώλεια δεν χορταίνουν.» Τα δεινά στον Άδη δεν έχουν ως αίτιο τον Θεό, αλλά εμάς τους ίδιους. Ο Άδης είναι κοινό πανδοχείο, και εργαστήριο θρήνων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες