Θέλεις δὲ μὴ ἀργὰ εἶναι τὰ τῆς σοφίας ἔργα, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐλαχίστῳ ξύλῳ πιστεύουσιν ἄνθρωποι ψυχὰς, καὶ διελθόντες κλύδωνας σχεδίᾳ ἐσώθησαν.» «Οἱ πλέοντες τὴν θάλασσαν, διηγήσαντο τὸν κίνδυνον αὐτῆς, καὶ ἀκοῇ ὠτίων ἡμῶν θαυμάζομεν. Καὶ ἐκεῖ τὰ θαυμάσια καὶ παράδοξα ἔργα, ἐποικία παντὸς ζώου, κτίσις κητῶν.» Μαινομένη πολλάκις ἐξ ἀνέμων θάλασσα, καὶ εἰς ὕψος μέγιστον διανισταμένη τοῖς κύμασιν, ἐπειδὰν μόνον τῶν αἰγιαλῶν ἅψηται, εἰς ἀφρὸν διαλύσασα τὴν ὁρμὴν, ἐπανῆλθεν. Ἢ ἐμὲ οὐ φοβηθήσεσθε, λέγει Κύριος, τὸν τιθέντα ἄμμον ὅριον τῇ θαλάσσῃ; τῷ ἀσθενεστάτῳ πάντων, τῇ ψάμμῳ, ἡ ταῖς βίαις τῶν ἀνέμων ἀφόρητος χαλινοῦται θάλασσα.
Μετάφραση
«Επιθυμείς δε να μην μένουν άπρακτα τα έργα της σοφίας, και γι' αυτό οι άνθρωποι εμπιστεύονται τις ζωές τους ακόμη και σε ένα ελάχιστο κομμάτι ξύλο, και διαπλέοντας τις τρικυμίες με μια σχεδία, σώθηκαν.» «Εκείνοι που ταξιδεύουν στη θάλασσα, διηγήθηκαν τους κινδύνους της, και ακούγοντάς τα με τα αυτιά μας εκπλησσόμαστε. Και εκεί υπάρχουν τα θαυμαστά και παράδοξα έργα, η παρουσία κάθε είδους ζώου, η δημιουργία των κητών.» Η θάλασσα, που πολλές φορές μαίνεται από τους ανέμους και ορθώνεται σε μέγιστο ύψος με τα κύματά της, μόλις αγγίξει τις ακτές, διαλύει την ορμή της σε αφρό και υποχωρεί. «Ή εμένα δεν θα φοβηθείτε, λέγει ο Κύριος, εμένα που έθεσα την άμμο ως όριο στη θάλασσα;» Με το πιο αδύναμο από όλα, την άμμο, χαλιναγωγείται η θάλασσα που είναι ακατανίκητη από τη βιαιότητα των ανέμων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες