τοῦτο δὲ ἦν τὸ πολλοῖς προσέχειν θεοῖς παρὰ τὸν πάτριον νόμον. εἶτα συλλογιζόμενος ὡς οὐκ ἐδυνήθησάν φησιν 〈οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν〉 ἐξελεῖν τοὺς αὐτοῖς ᾠκειωμένους, οὕτως οὐδὲ ὁ 〈τῆς Ἰερουσαλὴμ θεὸς〉 διασῶσαι δυνήσεται τοὺς ἐν αὐτῇ, ⌜οὐδὲν διαφέρειν νομίζων τὸν ἐν τῇ Ἰερουσαλὴμ τιμώμενον τῶν παρὰ τοῖς ἄλλοις ἔθνεσι πεπλανημένως θεῶν νομιζομένων.⌝ Πρὸς δὴ τὰς τοιαύτας μεγαλαυχίας καὶ βλασφημίας τοῦ Ῥαψάκου ἐκ παραγγέλματος βασιλικοῦ σιωπὴν εἶχον οἱ ἀκούοντες μηδὲν ἀποκρινόμενοι 〈διὰ τὸ τὸν βασιλέα〉 τοῦτο 〈προστάξαι〉. πολλῆς τε συνέσεως καὶ εὐσεβείας δεῖγμα ἦν τοῦ Ἑζεκίου τὸ κελεῦσαι μὴ ἀποκρίνασθαι τοιαῦτα θρασυνομένῳ· μηκέτι γὰρ πρὸς ἀνθρώπους ἔχειν τὸν τοιαῦτα κατὰ τοῦ θεοῦ φθεγξάμενον, ⌜μηδὲ γὰρ προσήκειν τὸν εὐλαβῆ βλασφήμῳ προσδιαλέγεσθαι ἀνδρὶ ὡς ἂν μὴ ἐρεθίζοιτο εἰς ἑτέρας ἐκπίπτειν βλασφημίας.⌝ διὸ εἴρηταί που· «μὴ ἔκκαιε ἄνθρακα ἁμαρτωλοῦ», ἀλλὰ μηδ᾽ ὅσιον εἶναι λόγων τοῖς τοιούτοις κοινωνεῖν μηδὲ ὠφελήσειν τι προσδοκᾶν τοὺς ἀνίατα τὴν ψυχὴν νοσοῦντας, ⌜μόνον δὲ πεφράχθαι δεῖν ὥσπερ τισὶν ὅπλοις καὶ πανταχόθεν ἠσφαλίσθαι τῇ σιωπῇ κρύπτοντας μὴ ἑαυτοῖς τοὺς ἀληθεῖς λόγους, περιμένοντας δὲ τὴν ἐκ τοῦ θεοῦ κατὰ τῶν βλασφήμων κίνησιν.
Μετάφραση
Αυτό δε συνίστατο στο να λατρεύουν πολλούς θεούς αντίθετα προς τον πατρώο νόμο. Έπειτα, συλλογιζόμενος λέει ότι, όπως 〈οι θεοί των εθνών〉 δεν μπόρεσαν να διασώσουν αυτούς που τους ήταν αφοσιωμένοι, έτσι ούτε ο 〈Θεός της Ιερουσαλήμ〉 θα μπορέσει να διασώσει όσους βρίσκονται σε αυτήν, ⌜θεωρώντας ότι Εκείνος που τιμάται στην Ιερουσαλήμ δεν διαφέρει σε τίποτα από εκείνους που από πλάνη θεωρούνται θεοί στα άλλα έθνη.⌝ Απέναντι λοιπόν σε τέτοιες αλαζονείες και βλασφημίες του Ραψάκη, κατόπιν βασιλικής παραγγελίας, οι ακροατές τηρούσαν σιγή χωρίς να αποκρίνονται καθόλου, 〈επειδή ο βασιλιάς〉 το 〈είχε προστάξει〉 αυτό. Αποτελούσε δε δείγμα μεγάλης συνέσεως και ευσέβειας του Εζεκία το ότι διέταξε να μην απαντήσουν σε εκείνον που θρασυνόταν με τέτοια λόγια· διότι αυτός που ξεστόμισε τέτοια πράγματα εναντίον του Θεού δεν είχε πλέον να κάνει με ανθρώπους, ⌜ούτε εξάλλου αρμόζει στον ευλαβή να συνομιλεί με βλάσφημο άνδρα, για να μην τον ερεθίσει να εκπέσει και σε άλλες βλασφημίες.⌝ Γι' αυτό κάπου έχει λεχθεί: «μην αναζωπυρώνεις τον άνθρακα του αμαρτωλού», αλλά ούτε και όσιο είναι να ανταλλάσσει κανείς λόγια με τέτοιους ανθρώπους, ούτε να προσδοκά ότι θα ωφελήσει σε κάτι όσους νοσούν ανίατα στην ψυχή, ⌜παρά μόνο ότι πρέπει να οχυρώνονται σαν με όπλα και να ασφαλίζονται από παντού με τη σιωπή, κρύβοντας μεν μέσα τους τους αληθινούς λόγους, περιμένοντας δε την επέμβαση του Θεού εναντίον των βλασφήμων.⌝
Περισσότερα
Λεπτομέρειες