Καὶ εἰ γάλα, ὡς ἄνθρωπος, ἠφίει τὸ σῶμα φαγεῖν, ἀλλὰ μετεδίδου αὐτῷ καὶ οἴνου τῆς ἑαυτοῦ τελειότητος. Καὶ γὰρ ὥσπερ ἤσθιε γάλα, οὕτως ἐν αὐτῷ τὰ τῆς θεότητος ἐποίει ἔργα. Εἶτα ὁ Λόγος λοιπὸν ἐνδυσάμενος τὸ σῶμα προσκαλεῖται τὸν παλαιὸν λαὸν, ὡς πρῶτον πιστευθέντα τὰ λόγια, διὰ τούτων· «Ἀνάστα, ἐλθὲ πλησίον μου, καλή μου, περιστερά μου· ὅτι ἰδοὺ ὁ χειμὼν παρῆλθεν, ὁ ὑετὸς ἀπῆλθεν, ἐπορεύθη ἑαυτῷ.
Μετάφραση
Και αν, ως άνθρωπος, επέτρεπε στο σώμα να τραφεί με γάλα, του μετέδιδε όμως και τον οίνο της δικής του τελειότητας. Διότι, όπως ακριβώς τρεφόταν με γάλα, έτσι επιτελούσε μέσα σε αυτό και τα έργα της θεότητας. Έπειτα, λοιπόν, ο Λόγος, αφού ενδύθηκε το σώμα, προσκαλεί τον παλαιό λαό, ως τον πρώτο στον οποίο εμπιστεύθηκαν τα λόγια του Θεού, με τα εξής: «Έγειρε, έλα κοντά μου, καλή μου, περιστερά μου· διότι, ιδού, ο χειμώνας πέρασε, η βροχή σταμάτησε και απομακρύνθηκε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες