Ἢ καὶ τὸ τῆς τομῆς ἔφη τοῦ νοητοῦ θερισμοῦ· περὶ οὗ ὁ Σωτήρ φησιν· «Ὁ μὲν θερισμὸς πολύς.» Ἐν σκέπῃ τῆς πέτρας, ἐχόμενα τοῦ προτειχίσματος. <Ἐν σκέπῃ τῆς πέτρας, ἐχόμενα τοῦ προτειχίσματος.> ἀσφάλεια διὰ τοῦ προτειχίσματος δηλουμένη· ἔνθα γενομένη, φησὶ, τεύξῃ πάσης ἐπικουρίας. <Ἀπόστρεψον.> Αἰτεῖ τὸν νυμφίον, τὴν ἄκαρπον ἀπολεῖψαι Συναγωγὴν, καὶ ἐλθεῖν ἐπὶ τοὺς ἐκ τῆς κοίλης καὶ τεταπεινωμένης πάλαι καὶ εἰδωλολατρούσης ψυχῆς ἐπὶ οὐράνιον ὕψος ἀναβάντας. <Ἐπὶ κοίτην μου ἐν νυξὶν ἐζήτησα.> Τὰς γυναῖκας δηλοῖ, τὰς ἐλθούσας μιᾷ Σαββάτων ὄρθρου βαθέως ἐπὶ τὸ μνῆμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ μὴ εὑρούσας αὐτόν. Τὸ οὖν, ἐπὶ τὴν κοίτην, ἢ ἀπὸ κοίτης φησὶν, ἢ κοίτην ἑαυτῆς τὸ τοῦ Κυρίου μνῆμα καλεῖ, καθ᾽ ὃ συνθαπτόμεθα αὐτῷ. Ἀλλ᾽ οὐχ εὗρεν αὐτὸν, ἀκούσασα· «Οὐκ ἔστιν ὧδε· ἠγέρθη γάρ.» Καὶ εὗρον αὐτὴν οἱ τηροῦντες ἄγγελοι, οὓς καὶ ἐρωτᾷ· «Ποῦ τεθείκατε τὸν Κύριον;» Ἀλλὰ παρελθούσῃ τοὺς ἐρωτηθέντας, ὑπήντησε λέγων· «Χαίρετε.» Διό φησιν ὡς μικρὸν παρῆλθον ἀπ᾽ αὐτῶν ἕως εὗρον, καὶ οὐκ ἀφήσω αὐτόν. Ἐκράτησε γὰρ οὗτος πόδας αὐτοῦ, καὶ ἤκουσε· «Μή μου ἅπτου.» Οἶκον δὲ μητρὸς τὴν συναγωγὴν ἀποστόλων φησὶ, εἰς ἣν ἀπελθοῦσα εὐαγγελίζετο τοῦ Χριστοῦ τὴν ἀνάστασιν. <Τεθυμιαμένη σμύρναν καὶ λίβανον.> Σμύρνα μὲν, ὅτε συντέθαπται διὰ τοῦ λιβάνου· λίβανος δὲ, ὅτε συναναστὰς αὐτῷ κεκοινώνηκε τῆς θεότητος αὐτοῦ.
Μετάφραση
Ή ανέφερε επίσης την τομή του νοητού θερισμού, για τον οποίο ο Σωτήρας λέει: «Ο μεν θερισμός πολύς». Στη σκέπη της πέτρας, κοντά στο προτείχισμα. <Εν σκέπη της πέτρας, εχόμενα του προτειχίσματος:> με το προτείχισμα δηλώνεται η ασφάλεια. Όταν βρεθείς εκεί, λέει, θα λάβεις κάθε βοήθεια. <Απόστρεψον.> Ζητά από τον νυμφίο να εγκαταλείψει την άκαρπη Συναγωγή και να έλθει σε εκείνους που, από την κενή και άλλοτε ταπεινωμένη και ειδωλολατρική ψυχή, ανέβηκαν σε ουράνιο ύψος. <Επί κοίτην μου εν νυξίν εζήτησα.> Υποδηλώνει τις γυναίκες, που ήλθαν τη μία των Σαββάτων τα χαράματα στο μνήμα του Ιησού, και δεν τον βρήκαν. Επομένως, το «επί την κοίτην», σημαίνει είτε από την κοίτη, είτε αποκαλεί δική της κοίτη το μνήμα του Κυρίου, στο οποίο συνθαπτόμαστε μαζί Του. Αλλά δεν Τον βρήκε, αφού άκουσε: «Δεν είναι εδώ· διότι αναστήθηκε». Και τη βρήκαν οι άγγελοι που φρουρούσαν, τους οποίους και ρωτά: «Πού βάλατε τον Κύριο;» Όμως, αφού προσπέρασε αυτούς που ρώτησε, [ο Ιησούς] τη συνάντησε λέγοντας: «Χαίρετε». Γι' αυτό λέει: μόλις τους προσπέρασα λιγάκι, Τον βρήκα, και δεν θα Τον αφήσω. Διότι αυτή κράτησε τα πόδια Του, και άκουσε: «Μη μου άπτου». Και «οίκο μητρός» ονομάζει τη σύναξη των αποστόλων, στην οποία πήγε και ανήγγειλε την ανάσταση του Χριστού. <Τεθυμιαμένη σμύρναν και λίβανον.> Σμύρνα μεν, όταν συνθάπτεται δια του λιβάνου· λίβανο δε, όταν αφού συναναστηθεί μαζί Του, κοινωνεί της θεότητάς Του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες