Εὐσέβεια γὰρ εἰς Θεὸν ἀρχὴ αἰσθήσεως· αἴσθησις δὲ οὐχ ἡ ἔξωθεν, ἀλλ᾽ ἡ κατὰ ψυχὴν διάνοια μετὰ πίστεως. Ἡ Ἱερουσαλὴμ, ὁρῶσα τὴν κλῆσιν τῶν ἐθνῶν γινομένην ἐν ἀκροβυστίᾳ πίστεως, θαυμάζουσα λέγει· «Τί ὄψεσθε ἐν τῇ Σουναμίτιδι, ἡ ἐρχομένη ὡς χοροὶ τῶν παρεμβολῶν;» Οὐ γὰρ ἐξ ἑνὸς, ἀλλ᾽ ἐκ παντὸς ἔθνους ἤρχοντο, ἀφέντες τὰς ἰδίας παρεμβολὰς, καὶ συντρίψαντες τὰς μαχαίρας, καὶ λοιπὸν εἰρηνικὰ φρονοῦντες. Ἡ ἐξ ἐθνῶν ὁρῶσα τὴν Ἱερουσαλὴμ, ὥσπερ μεμφομένην, ἀπολογεῖται περὶ ἑαυτῆς· ὅτι μὴ ἀργὴ αὐτῆς ἐστιν ἡ κλῆσις· «Μέλαινά εἰμι καὶ καλὴ, θυγατέρες Ἱερουσαλὴμ, ὡς σκηνώματα Κηδὰρ, ὡς δέῤῥεις Σαλομῶν. Μὴ βλέψητέ με, ὅτι ἐγὼ μεμελανωμένη εἰμὶ, ὅτι παρέβλεψέ με ὁ ἥλιος. Υἱοὶ μητρός μου ἐμαχέσαντο ἐν ἐμοί· ἔθεντό με φυλάκισσαν ἐν ἀμπελῶσιν. Ἀμπελῶνα ἐμὸν οὐκ ἐφύλαξα.» Μέλαινά εἰμι· ἀλλ᾽ ὑπ᾽ αὐτὸν τὸν ἥλιόν εἰμι. Εἰ γὰρ καὶ ἀκρόβυστός εἰμι, φησὶν, ἀλλ᾽ ἀπεταξάμην εἰδώλοις, καὶ ἐξῆλθον ἐκ τοῦ οἴκου τῆς μητρός μου, ὥσπερ καὶ ὁ Ἀβραάμ· ἐκείνης γάρ εἰμι τῆς πίστεως. Καὶ διὰ τοῦτο ἀξιῶ, «Εἰσάγαγέ με εἰς οἶκον τοῦ οἴνου, τάξατε ἐπ᾽ ἐμὲ ἀγάπην, τηρήσατέ με ἐν μύροις, στοιβάσατέ με ἐν μήλοις· ὅτι τετρωμένη ἀγάπης ἐγώ.» Μὴ τῇ ἀκροβυστίᾳ προσέχητε, ἀλλ᾽ ἐν ἀγάπῃ προσλάβου με, ὦ νόμε καὶ προφῆται. Καὶ εἰ δυσώδης εἰμὶ τῇ ἀγριότητι, ἀλλὰ σύ με παίδευε, καὶ εὐωδίᾳ σου στήριξον· τέτρωμαι γὰρ τῇ ἀγάπῃ.
Μετάφραση
Διότι η ευσέβεια προς τον Θεό είναι η αρχή της αίσθησης· και αίσθηση δεν είναι η εξωτερική, αλλά η κατά ψυχήν διάνοια μαζί με την πίστη. Η Ιερουσαλήμ, βλέποντας την κλήση των εθνών που γίνεται εν ακροβυστία της πίστεως, λέγει γεμάτη θαυμασμό: «Τι θα δείτε στη Σουναμίτιδα, η οποία έρχεται σαν χοροί των παρεμβολών;» Διότι δεν έρχονταν από ένα μόνο, αλλά από κάθε έθνος, εγκαταλείποντας τα δικά τους στρατόπεδα, συντρίβοντας τα μαχαίρια τους, και έχοντας πλέον ειρηνικό φρόνημα. Η προερχόμενη από τα έθνη Εκκλησία, βλέποντας την Ιερουσαλήμ να την κατακρίνει τρόπον τινά, απολογείται για τον εαυτό της, λέγοντας ότι η κλήση της δεν είναι άκαρπη: «Είμαι μέλαινα και ωραία, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, όπως τα σκηνώματα του Κηδάρ, όπως οι σκηνές του Σολομώντος. Μην με βλέπετε που εγώ είμαι μαυρισμένη, διότι με κατέκαψε ο ήλιος. Οι γιοι της μητέρας μου με πολέμησαν· με έθεσαν φύλακα σε αμπελώνες. Τον δικό μου αμπελώνα όμως δεν τον φύλαξα». Είμαι μέλαινα· αλλά βρίσκομαι κάτω από τον ίδιο τον ήλιο. Διότι, έστω και αν βρίσκομαι σε ακροβυστία, λέγει, ωστόσο αποτάχθηκα τα είδωλα και εξήλθα από τον οίκο της μητέρας μου, όπως ακριβώς και ο Αβραάμ· διότι σε εκείνη την πίστη ανήκω. Και για τον λόγο αυτόν ζητώ: «Εισαγάγετέ με στον οίκο του οίνου, τάξτε επάνω μου την αγάπη, διατηρήστε με μέσα σε μύρα, περιβάλετέ με με μήλα· διότι εγώ είμαι πληγωμένη από την αγάπη». Μην προσέχετε την ακροβυστία, αλλά με αγάπη πρόσλαβέ με, ω Νόμε και Προφήτες. Και αν είμαι δυσώδης εξαιτίας της αγριότητάς μου, εσύ όμως να με παιδαγωγείς και με την ευωδία σου να με στηρίζεις· διότι έχω πληγωθεί από την αγάπη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες