Ἰδὲ γὰρ τὸν πόθον τῆς μακαρίας ψυχῆς ταύτης λεγούσης· Ἐξεγέρθητι, βοῤῥᾶ, καὶ ἔρχου, νότε, διάπνευσον κῆπόν μου, καὶ ῥευσάτωσαν ἀρώματά μου. Ἰδὲ τὴν πεποίθησιν τῆς μακαρίας ταύτης ψυχῆς, πῶς θαῤῥοῦσα ἑαυτῇ ἐκκαλεῖται τοὺς πειρασμοὺς πρὸς δοκιμασίαν ἑαυτῆς. Ἐξεγέρθητι, λέγει, βοῤῥᾶ, καὶ ἔρχου, νότε. Ὃ λέγει τοιοῦτόν ἐστιν· Ἐγὼ ἐστήριγμαι ἐπὶ τὴν πέτραν, ἐρχέσθωσαν οἱ ἄνεμοι καὶ προσβαλλέτωσάν μοι, ὁ μὲν εἷς ἐν τούτῳ τῷ μέρει, καὶ ὁ ἄλλος ἐν τῷ ἄλλῳ μέρει· ἐγὼ οὐ φοβοῦμαι οὐδένα· ἔχω τὴν πέτραν τὴν βαστάζουσάν με· τὴν γὰρ οἰκίαν μου ἐπὶ τὴν πέτραν ᾠκοδόμησα, καὶ ἐν τῷ ἐλθεῖν τοὺς ἀνέμους οὐκ ἐφοβήθην. Θέλεις δὲ γνῶναι τίς ἐστιν ἡ πέτρα, ἐφ᾽ ἧς ἕστηκεν αὐτὴ ἡ μακαρία ψυχή; ἄκουε τοῦ Παύλου πῶς ἑρμηνεύει αὐτὴν καὶ λέγει· Ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός. Ἐπὶ ταύτης τῆς πέτρας στήκουσα οὐ πτοεῖται, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀπὸ βοῤῥᾶ ἐρχόμενον διάβολον οὐ φοβεῖται, οὐδὲ πάλιν τὸν ἐκ νότου. Ὅσον γὰρ τεθεμελίωμαι καὶ ἕστηκα ἐπὶ τὴν πέτραν, οὐδὲν φοβοῦμαι· κἂν ἀπειλῇ μοι θάνατον, οὐ πτοοῦμαι, οὐ φοβοῦμαι διωγμόν. Ἕτοιμός εἰμι τοῦ ὁμολογῆσαι· οὐ φοβοῦμαι λιμὸν, ἔχων τὸν ἐνδυναμοῦντά με Λόγον· καὶ λέγω κἀγὼ κατὰ τὸν μακαριώτατον Παῦλον· Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με, Χριστῷ.
Μετάφραση
Δες, λοιπόν, τον πόθο αυτής της μακάριας ψυχής που λέει: «Εξεγέρσου, βοριά, και έλα, νοτιά, φύσηξε μέσα στον κήπο μου, και ας αναβλύσουν τα αρώματά μου». Δες την πεποίθηση αυτής της μακάριας ψυχής, πώς, έχοντας θάρρος, προκαλεί η ίδια τους πειρασμούς για να δοκιμαστεί. «Εξεγέρσου», λέει, «βοριά, και έλα, νοτιά». Αυτό που λέει είναι το εξής: Εγώ έχω στηριχθεί πάνω στην πέτρα, ας έλθουν οι άνεμοι και ας χτυπήσουν πάνω μου, ο μεν ένας από αυτό το μέρος, και ο άλλος από το άλλο· εγώ δεν φοβάμαι κανέναν. Έχω την πέτρα που με βαστάζει· διότι οικοδόμησα την οικία μου πάνω στην πέτρα, και όταν ήλθαν οι άνεμοι δεν φοβήθηκα. Θέλεις να μάθεις ποια είναι η πέτρα, πάνω στην οποία στέκεται αυτή η μακάρια ψυχή; Άκουσε τον Παύλο πώς την ερμηνεύει, λέγοντας: «Η δε πέτρα ήταν ο Χριστός». Στεκόμενη πάνω σε αυτή την πέτρα δεν πτοείται, αλλά και τον διάβολο που έρχεται από τον βορρά δεν τον φοβάται, ούτε πάλι εκείνον από τον νότο. Διότι, εφόσον είμαι θεμελιωμένος και στέκομαι πάνω στην πέτρα, δεν φοβάμαι τίποτα· ακόμη κι αν με απειλεί με θάνατο, δεν πτοούμαι, δεν φοβάμαι τον διωγμό. Είμαι έτοιμος να ομολογήσω· δεν φοβάμαι τον λιμό, έχοντας τον Λόγο που με ενδυναμώνει· και λέω κι εγώ κατά τα λόγια του μακαριότατου Παύλου: «Όλα τα μπορώ διά του Χριστού που με ενδυναμώνει».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες