Ὥσπερ τὸν σταυρὸν αἰσχύνην ὄντα δόξαν ἔδειξεν—〈Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου〉—οὕτω τὰ λοιπὰ τῷ καλάμῳ ἔγραψεν ἄφεσιν καὶ ἀπόφασιν. 〈Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῆς κληρονομούσης· ψαλμὸς τῷ Δαυίδ·〉 προφητεία πράξεως τῆς ἐπὶ τῇ τελευτῇ τοῦ Χριστοῦ, ὅτε ἀποθανὼν ὁ Χριστὸς ὅπλον ἡμῖν καὶ στέφανον κατέλιπε τὸν σταυρόν. Διὸ ἔλεγεν εἰς τὸ τέλος τοῦ ψαλμοῦ· 〈Κύριε, ὡς ὅπλῳ εὐδοκίας ἐστεφάνωσας ἡμᾶς,〉 τὴν σφραγῖδα τοῦ σταυροῦ εἰς τὸ μέτωπον διδούς. Ὅπλον γὰρ καὶ στέφανος ὁ σταυρός· ὅπλον διὰ τοὺς πολεμοῦντας, στέφανος διὰ τοὺς νικῶντας· ὅπλον διὰ τοὺς ὡς στρατιώτας συγκακοπαθοῦντας, στέφανος διὰ τοὺς συμβασιλεύοντας. Ἐπειδὴ οὖν καλὴ ἡ κληρονομία, οὐρανῶν γὰρ ἦν βασιλεία, καλὴ δὲ καὶ ἡ κληρονομοῦσα, ἡ ἐξ ἐθνῶν γὰρ ἦν ἐκκλησία—〈Ὅλη καλὴ ἡ πλησίον μου, καὶ μῶμος οὐκ ἔστιν ἐν σοί〉—διὰ τοῦτο λέγει· 〈Τὰ ῥήματά μου ἐνώτισαι, κύριε.〉 Ἀλλ᾽ ὁ Ἰουδαῖος τὸν 〈ὑπὲρ τῆς κληρονομούσης〉 οἰκειοῦται ψαλμὸν λέγων· Ἐμοὶ ἔθετο ὁ θεὸς τὰς διαθήκας. Μὴ γὰρ ὁ διαθέμενος δοῦλος τῆς ἑαυτοῦ ἐστι διαθήκης; Ἐὰν ἀχαριστήσῃ τις ἐν τοῖς ἑαυτοῦ κληρονόμοις, ἀλλάσσει τὴν ἑαυτοῦ διαθήκην καὶ τοὺς κληρονόμους ἀκυροῖ.
Μετάφραση
Όπως τον σταυρό, που ήταν αισχύνη, τον ανέδειξε σε δόξα — «Ήλθε η ώρα για να δοξαστεί ο Υιός του Ανθρώπου» — έτσι και τα υπόλοιπα τα έγραψε με τον κάλαμο ως άφεση και απόφαση. «Εις το τέλος, υπέρ της κληρονομούσης· ψαλμός τω Δαυίδ»· είναι προφητεία για το γεγονός κατά το τέλος του Χριστού, όταν πεθαίνοντας ο Χριστός μας άφησε τον σταυρό ως όπλο και στέφανο. Γι' αυτό έλεγε στο τέλος του ψαλμού: «Κύριε, ως με όπλο ευδοκίας μας στεφάνωσες», δίδοντας τη σφραγίδα του σταυρού στο μέτωπο. Διότι όπλο και στέφανος είναι ο σταυρός· όπλο για εκείνους που πολεμούν, στέφανος για εκείνους που νικούν· όπλο για εκείνους που συγκακοπαθούν ως στρατιώτες, στέφανος για εκείνους που συμβασιλεύουν. Επειδή, λοιπόν, είναι καλή η κληρονομία, διότι ήταν η βασιλεία των ουρανών, και καλή είναι και η κληρονομούσα, διότι ήταν η Εκκλησία από τα έθνη — «Όλη καλή είσαι η πλησίον μου, και ψεγάδι δεν υπάρχει σε σένα» — γι' αυτό λέγει: «Άκουσε τα λόγια μου, Κύριε». Αλλά ο Ιουδαίος οικειοποιείται τον ψαλμό «υπέρ της κληρονομούσης», λέγοντας: Σε εμένα έθεσε ο Θεός τις διαθήκες. Μήπως άραγε αυτός που συνέταξε τη διαθήκη είναι δούλος της δικής του διαθήκης; Εάν κάποιος φανεί αχάριστος προς τους κληρονόμους του, αλλάζει τη διαθήκη του και ακυρώνει τους κληρονόμους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες