Τὰ ἄνθη ὤφθη ἐν τῇ γῇ, καιρὸς τῆς τομῆς ἔφθακε, φωνὴ τοῦ τρυγόνος ἠκούσθη ἐν τῇ γῇ ἡμῶν, ἡ συκῆ ἐξήνεγκεν ὀλύνθους αὐτῆς, αἱ ἄμπελοι ἡμῶν κυπρίζουσιν.» Ὡς γὰρ λαβόντος τοῦ πρώτου λαοῦ ἕως καιροῦ τὴν σκιὰν τὴν ἐν νόμῳ, διδάσκει, καὶ ὡς εἰδότα τὴν φωνὴν τοῦ τρυγόνος, ὑπομιμνήσκει. Προσκαλεσάμενος δὲ ὁ Λόγος τὴν Ἱερουσαλὴμ, προσκαλεῖται λοιπὸν καὶ τοὺς ἀπὸ τῶν ἐθνῶν διὰ τούτων· (εἷς γάρ ἐστι Κύριος καὶ Ἰουδαίων καὶ ἐθνῶν·) «Δεῦρο ἀπὸ Λιβάνου, νύμφη. Ἀπὸ Λιβάνου ἐλεύσῃ, καὶ διελεύσῃ ἀπ᾽ ἀρχῆς πίστεως, ἀπὸ κεφαλῆς Σανεὶρ καὶ Ἀερμὼν, ἀπὸ μανδρῶν λεόντων, ἀπὸ ὀρέων παρδάλεων.» Ἀπὸ γὰρ εἰδωλολατρείας καὶ θηριώδους τρόπου προσκαλεῖται ταύτην εἰς τὴν πίστιν. Κληθεῖσα τοίνυν ἐξ ἐθνῶν καὶ ἤδη κατανυγεῖσα, λέγει πρὸς τὸν Λόγον ταῦτα· «Ἀπάγγειλόν μοι, ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου· ποῦ ποιμαίνεις, ποῦ κοιτάζεις ἐν μεσημβρίᾳ· μήποτε γένωμαι ὡς περιβαλλομένη ἐπ᾽ ἀγέλαις ἑταίρων σου.» Πεῖραν γὰρ ἔχουσα τῆς εἰς πολλὰ μεταβολῆς, ἠξίου στηριχθῆναι λοιπὸν καὶ βεβαιωθῆναι· μήποτε πάθῃ πάλιν τὸ αὐτό. Παρακληθεὶς ὁ Λόγος, διδάσκει λοιπὸν αὐτὴν διὰ τούτων· «Ἐὰν μὴ γνῷς ἑαυτὴν, ἡ καλὴ ἐν γυναιξὶν, ἔξελθε ἐν πτέρναις τῶν ποιμνίων, καὶ ποίμαινε τὰς ἐρίφους σου ἐπὶ σκηνώμασι τῶν ποιμένων.» Οὐ δύναται γάρ τις γνῶναι Θεὸν, μὴ πρότερον γνοὺς ἑαυτόν.
Μετάφραση
«Τα άνθη φάνηκαν στη γη, ο καιρός του κλαδέματος έφθασε, η φωνή του τρυγονιού ακούστηκε στη γη μας, η συκιά έβγαλε τα πρώιμα σύκα της, οι άμπελοί μας ανθίζουν». Διότι διδάσκει τον πρώτο λαό, ο οποίος έλαβε για κάποιο διάστημα τη σκιά του νόμου, και του τα υπενθυμίζει σαν σε κάποιον που γνωρίζει τη φωνή του τρυγονιού. Αφού δε ο Λόγος προσκάλεσε την Ιερουσαλήμ, προσκαλεί πλέον και όσους προέρχονται από τα έθνη με τα εξής λόγια (διότι ένας είναι ο Κύριος και των Ιουδαίων και των εθνών): «Έλα από τον Λίβανο, νύμφη. Από τον Λίβανο θα έλθεις, και θα περάσεις από την αρχή της πίστεως, από την κορυφή του Σανείρ και του Αερμών, από φωλιές λεόντων, από όρη παρδάλεων». Διότι την προσκαλεί στην πίστη από την ειδωλολατρία και τον θηριώδη τρόπο ζωής. Έχοντας λοιπόν κληθεί από τα έθνη και έχοντας ήδη νιώσει κατάνυξη, λέγει προς τον Λόγο τα εξής: «Ανάγγειλέ μου εσύ, τον οποίο αγάπησε η ψυχή μου· πού ποιμαίνεις, πού αναπαύεις το κοπάδι σου το μεσημέρι· για να μη γίνω σαν περιπλανώμενη στα κοπάδια των συντρόφων σου». Διότι, επειδή είχε πείρα από τις πολλές μεταβολές και πλάνες, ζητούσε πλέον να στηριχθεί και να βεβαιωθεί, για να μην πάθει πάλι το ίδιο. Αφού παρακλήθηκε ο Λόγος, τη διδάσκει λοιπόν με τα εξής: «Εάν δεν γνωρίσεις τον εαυτό σου, εσύ η ωραία μεταξύ των γυναικών, βγες ακολουθώντας τα ίχνη των ποιμνίων, και ποίμαινε τα ερίφιά σου κοντά στις σκηνές των ποιμένων». Διότι δεν μπορεί κανείς να γνωρίσει τον Θεό, εάν προηγουμένως δεν γνωρίσει τον εαυτό του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες