Θεωρεῖς γὰρ τὸν πόθον τὸν ἐν ταύτῃ τῇ μακαρίᾳ ψυχῇ, πῶς, παρακαλούσης αὐτῆς καὶ λεγούσης· Καταβήτω ἀδελφιδός μου εἰς κῆπον αὐτοῦ, καὶ φαγέτω καρπὸν ἀκροδρύων αὐτοῦ· πῶς εὐθέως λέγει ὁ Λόγος· Εἰσῆλθον εἰς κῆπόν μου, ἀδελφή μου νύμφη; ὡς οὐδὲν ταχύτερον· ἔτι γὰρ αὐτῆς λαλούσης, εὐθέως ὑπήκουσε· θεωρεῖς τὸ γεγραμμένον· Ὅτι καὶ ἔτι λαλοῦντός σου ἐρῶ, Ἰδοὺ πάρειμι; Ἅμα γὰρ ἐν τῷ αὐτὴν παρακαλεῖν καὶ λέγειν· Κατάβηθι, ὦ Λόγε, εἰς τὸν κῆπόν σου, καὶ φάγε τὸν καρπὸν τῶν ἀκροδρύων σου, εὐθέως ὑπήκουσεν αὐτῇ λέγων· Εἰσῆλθον εἰς τὸν κῆπόν μου, ἀδελφή μου νύμφη.
Μετάφραση
Διότι βλέπεις τον πόθο που υπάρχει σε αυτήν τη μακάρια ψυχή, πώς, ενώ εκείνη παρακαλεί και λέει: «Ας κατέβει ο αδελφιδός μου στον κήπο του, και ας φάει τον καρπό των ακροδρύων του»· πώς αμέσως λέει ο Λόγος: «Εισήλθα στον κήπο μου, αδελφή μου νύμφη»; Διότι δεν υπάρχει τίποτε ταχύτερο· καθώς, ενώ εκείνη ακόμη μιλούσε, αμέσως την εισάκουσε· βλέπεις αυτό που είναι γεγραμμένο: «Ότι, ενώ εσύ ακόμη μιλάς, θα πω: Ιδού, είμαι παρών»; Διότι ταυτόχρονα με το να παρακαλεί εκείνη και να λέει: «Κατέβα, ω Λόγε, στον κήπο σου, και φάε τον καρπό των ακροδρύων σου», αμέσως την εισάκουσε λέγοντας: «Εισήλθα στον κήπο μου, αδελφή μου νύμφη».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες