Ἐν τῷ σταυρῷ, φησὶ, τὸν ὑπὲρ ἀνθρώπων ἀναδεχόμενος θάνατον· ἀγρυπνεῖ δὲ ἡ καρδία, καθ᾽ ὃ ὡς Θεὸς τὸν ᾅδην ἐσκύλευσεν. Ἤγουν, τί πεποίηκεν ὁ ἀδελφιδός σου, ἢ τί ἀπὸ ἀδελφιδοῦ σου ἔχεις; Τὰ στάζοντα σμύρναν λέγει τὰ ὁμολογοῦντα χείλη τὸν θάνατον. <Κνῆμαι αὐτοῦ στύλοι μαρμάρινοι.> Εἶεν δ᾽ ἂν οὗτοι καὶ βάσεις. Οἱ γὰρ οἰκοδομούμενοι ἐποικοδομοῦνται τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν.
Μετάφραση
Στον σταυρό, λέει, αναδεχόμενος τον θάνατο υπέρ των ανθρώπων· η καρδιά όμως αγρυπνεί, καθόσον ως Θεός σκύλευσε τον άδη. Δηλαδή, τι έχει κάνει ο αδελφιδός σου, ή τι έχεις από τον αδελφιδό σου; Εκείνα που στάζουν σμύρνα, εννοεί τα χείλη που ομολογούν τον θάνατο. <Οι κνήμες του είναι στύλοι μαρμάρινοι.> Αυτοί θα μπορούσαν να είναι και βάσεις. Διότι όσοι οικοδομούνται, εποικοδομούνται πάνω στο θεμέλιο των αποστόλων και των προφητών.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες