Ἡ τοίνυν εἰς τοσοῦτον τελειότητος προελθοῦσα, ἐπειδὴ ἔδει καὶ ταῖς παρθένοις ὑποδεῖξαι τοῦ νυμφίου τὸ κάλλος, οὐκ ἐκεῖνο λέγει ὃ ἦν ἐν ἀρχῇ (οὐδὲ γὰρ οἷόν τε ἦν δυνάμει λόγων φανερωθῆναι τὸ ἄρρητον), ἀλλὰ πρὸς τὴν διὰ σαρκὸς γενομένην ἡμῖν θεοφάνειαν χειραγωγεῖ τὰς παρθένους (ὅπερ δὴ καὶ ὁ μέγας Ἰωάννης πεποίηκεν, Ὃ μὲν ἦν ἀπ᾽ ἀρχῆς σιωπήσας, Ὃ δὲ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν περὶ τοῦ λόγου τῆς ἀληθείας τοῦτο μετ᾽ ἐπιμελείας διηγησάμενος). φησὶν οὖν πρὸς αὐτὰς ἡ νύμφη· Ἀδελφιδός μου λευκὸς καὶ πυρρός, ἐκλελοχισμένος ἀπὸ μυριάδων. κεφαλὴ αὐτοῦ χρυσίον κεφάζ, βόστρυχοι αὐτοῦ ἐλάται, μέλανες ὡς κόραξ, οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ὡς περιστεραὶ ἐπὶ πληρώματα ὑδάτων λελουμέναι ἐν γάλακτι, καθήμεναι ἐπὶ πληρώματα ὑδάτων. σιαγόνες αὐτοῦ ὡς φιάλαι τοῦ ἀρώματος φύουσαι μυρεψικά, χείλη αὐτοῦ κρίνα στάζοντα σμύρναν πλήρη, χεῖρες αὐτοῦ τορευταί, χρυσαῖ, πεπληρωμέναι θαρσεῖς, κοιλία αὐτοῦ πυξίον ἐλεφάντινον ἐπὶ λίθου σαπφείρου, κνῆμαι αὐτοῦ στῦλοι μαρμάρινοι, τεθεμελιωμένοι ἐπὶ βάσεις χρυσᾶς. εἶδος αὐτοῦ ὡς Λίβανος ἐκλεκτός, ὡς κέδροι, φάρυγξ αὐτοῦ γλυκασμὸς καὶ ὅλος ἐπιθυμία. οὗτος ἀδελφιδός μου καὶ οὗτος πλησίον μου, θυγατέρες Ἰερουσαλήμ.
Μετάφραση
Εκείνη, λοιπόν, που προχώρησε σε τόση τελειότητα, επειδή έπρεπε να υποδείξει και στις παρθένους το κάλλος του νυμφίου, δεν αναφέρει εκείνο που ήταν εξαρχής (διότι δεν ήταν δυνατόν να φανερωθεί το άρρητο με τη δύναμη των λόγων), αλλά καθοδηγεί τις παρθένους προς τη θεοφάνεια που συντελέστηκε σε εμάς διά της σαρκός (το οποίο ακριβώς έπραξε και ο μέγας Ιωάννης, ο οποίος αποσιώπησε εκείνο που ήταν εξαρχής, αλλά διηγήθηκε με επιμέλεια εκείνο που έχουμε δει και έχουμε ακούσει και τα χέρια μας ψηλάφησαν σχετικά με τον λόγο της αληθείας). Λέγει, λοιπόν, προς αυτές η νύμφη: «Ο αδελφιδός μου είναι λευκός και πυρρός, ξεχωριστός ανάμεσα σε μυριάδες. Η κεφαλή του είναι καθαρό χρυσάφι, οι βόστρυχοί του σαν κλαδιά φοίνικα, μαύροι σαν το κοράκι, οι οφθαλμοί του σαν περιστέρια πάνω σε άφθονα νερά, λουσμένα μέσα σε γάλα, που κάθονται δίπλα σε άφθονα νερά. Οι σιαγόνες του είναι σαν φιάλες αρώματος που αναδύουν μυρωδικά, τα χείλη του σαν κρίνα που στάζουν άφθονη σμύρνα, τα χέρια του τορνευτά, χρυσά, γεμάτα πολύτιμους λίθους, η κοιλία του σαν πυξίδα από ελεφαντόδοντο τοποθετημένη πάνω σε λίθο από ζαφείρι, οι κνήμες του μαρμάρινοι στύλοι, θεμελιωμένοι πάνω σε χρυσές βάσεις. Η όψη του είναι σαν τον Λίβανο, εκλεκτή σαν τους κέδρους, ο φάρυγγάς του είναι γλυκασμός και ολόκληρος είναι επιθυμία. Αυτός είναι ο αδελφιδός μου και αυτός είναι ο πλησίον μου, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες