Πάλιν δὲ μετὰ τοῦτο τῆς ὑπερκειμένης ἀναβάσεως ἅπτεται ἡ ψυχὴ οὐκέτι φωνῆς τὴν καρδίαν θυροκρουστούσης ἀλλ᾽ αὐτῆς τῆς θείας χειρὸς διὰ τῆς ὀπῆς ἐπὶ τὰ ἐντὸς παραδύσης· Ἀδελφιδός μου γάρ, φησίν, ἀπέστειλε τὴν χεῖρα αὐτοῦ διὰ τῆς ὀπῆς, καὶ ἡ κοιλία μου ἐθροήθη ἐπ᾽ αὐτόν. δῆλον δὲ πάντως ἐστὶ τῷ συνετῶς ἐπαΐοντι, ὅσον πλεονάζει τῷ ὕψει τὰ νῦν εἰρημένα παρὰ τὰ πρότερον· Ἄνοιξον λέγει πρὸς τὴν νύμφην ὁ λόγος· δίδωσιν αὐτῇ διὰ τῶν θείων ὀνομάτων τοῦ ἀνοῖξαι τὴν δύναμιν· ὑπακούει τῷ λόγῳ ἡ νύμφη (γίνεται γὰρ ὅπερ ἤκουσεν· ἀδελφὴ καὶ πλησίον καὶ περιστερὰ καὶ τελεία)· ἀποδύεται τὸν δερμάτινον ἐκεῖνον χιτῶνα καὶ τὸν ῥύπον τῶν ποδῶν ἀπονίπτεται καὶ οὔτε τὸ εἰδεχθὲς καὶ ῥωγαλέον ἐκεῖνο ἱμάτιον πάλιν ἑαυτῇ περιτίθησιν οὔτε τῇ γῇ πρὸς τὸ λοιπὸν ἐναπερείδει τὸ ἴχνος· ἤκουσεν οὖν αὐτοῦ τῆς φωνῆς καὶ τῷ προστάγματι πείθεται· ἀνοίγει τὴν θύραν περιελομένη τῆς καρδίας τὸ κάλυμμα· διέσχε τῆς θύρας τὸ τῆς σαρκὸς παραπέτασμα· πᾶσα ἠνοίγη τῆς ψυχῆς ἡ πύλη, ἵνα εἰσέλθῃ ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης. ἀλλ᾽ ἡ τῆς πύλης εὐρυχωρία μικρά τις ἀπεδείχθη τρυμαλιὰ στενὴ καὶ βραχεῖα, δι᾽ ἧς οὐκ αὐτὸς ὁ νυμφίος ἀλλ᾽ ἡ χεὶρ αὐτοῦ μόγις ἐχώρησεν, ὥστε δι᾽ αὐτῆς ἐπὶ τὸ ἐντὸς γενέσθαι καὶ ἅψασθαι τῆς ἐπιθυμούσης τὸν νυμφίον ἰδεῖν, ἣ τοσοῦτον ἐκέρδανε μόνον ὅσον γνῶναι ὅτι ἡ χεὶρ ἐκείνη τοῦ ποθουμένου ἐστίν.
Μετάφραση
Και πάλι μετά από αυτό, η ψυχή επιχειρεί την ανώτερη ανάβαση, χωρίς πλέον η φωνή να χτυπά τη θύρα της καρδιάς, αλλά με το ίδιο το θείο χέρι να εισδύει στο εσωτερικό μέσα από την οπή. «Διότι ο αγαπημένος μου», λέει, «έστειλε το χέρι του μέσα από την οπή, και τα σπλάχνα μου συγκλονίστηκαν για αυτόν». Είναι βεβαίως απολύτως φανερό σε αυτόν που κατανοεί με σύνεση, πόσο υπερέχουν σε ύψος τα όσα λέγονται τώρα σε σύγκριση με τα προηγούμενα: «Άνοιξε», λέει στη νύμφη ο Λόγος· της δίνει μέσω των θείων ονομάτων τη δύναμη να ανοίξει· υπακούει στον Λόγο η νύμφη (διότι γίνεται αυτό ακριβώς που άκουσε: αδελφή και πλησίον και περιστερά και τέλεια)· απεκδύεται εκείνον τον δερμάτινο χιτώνα και απονίπτει τον ρύπο των ποδιών, και ούτε εκείνο το ειδεχθές και κουρελιασμένο ιμάτιο φοράει ξανά, ούτε στο εξής στηρίζει τα βήματά της στη γη. Άκουσε, λοιπόν, τη φωνή του και πείθεται στο πρόσταγμα· ανοίγει τη θύρα, αφαιρώντας το κάλυμμα της καρδιάς· παραμέρισε από τη θύρα το παραπέτασμα της σάρκας· άνοιξε διάπλατα η πύλη της ψυχής, για να εισέλθει ο βασιλεύς της δόξης. Αλλά η ευρυχωρία της πύλης αποδείχθηκε πως ήταν μία μικρή, στενή και βραχεία οπή, μέσα από την οποία δεν χώρεσε ο ίδιος ο νυμφίος αλλά μετά βίας το χέρι του, ώστε μέσα από αυτήν να βρεθεί στο εσωτερικό και να αγγίξει εκείνη που επιθυμούσε να δει τον νυμφίο, η οποία κέρδισε μόνο τόσο, ώστε να γνωρίσει ότι το χέρι εκείνο ανήκει στον ποθούμενο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες