διὰ τοῦτο τάχιον καὶ αὐτοὶ ἐπικαλεσώμεθα, οὐχ ὡς ἐκεῖνος ἐκάλει τὴν νύμφην, νυμφίος αὐτῆς τυγχάνων καὶ κύριος καὶ δεσπότης καὶ βασιλεὺς καὶ θεὸς καὶ ὑπέρμαχος, ἀλλ᾽ ὡς δοῦλοι αὐτοῦ ἡμεῖς ἐπικαλεσώμεθα, συνῳδὰ [τῷ] αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες «δεῦρο ἀπὸ Λιβάνου νύμφη, ὅτι ὅλη καλὴ εἶ καὶ μῶμος οὐκ ἔστιν ἐν σοί»· ὁ παράδεισος τοῦ μεγάλου τεχνίτου, ἡ πόλις τοῦ ἁγίου βασιλέως, ἡ νύμφη τοῦ ἀσπίλου Χριστοῦ, ἡ παρθένος ἡ ἁγνή, μόνῳ ἑνὶ ἀνδρὶ ἐν πίστει μεμνηστευμένη, ἡ διαφανὴς καὶ «ἐκκύπτουσα ὡσεὶ ὄρθρος, καλὴ ὡς σελήνη, ὡς ἥλιος ἐκλεκτή, θάμβος ὡς τεταγμέναι», ἡ μακαριζομένη ὑπὸ τῶν «βασιλίδων» καὶ ἐξυμνουμένη ὑπὸ τῶν «παλλακίδων», ἡ ὑπὸ τῶν θυγατέρων ἐπαινουμένη, καὶ «ἀπὸ τῆς ἐρήμου ἀνερχομένη», «λελευκανθισμένη καὶ ἐπὶ τὸν ἀδελφιδοῦν αὐτῆς ἐπιστηριζομένη», ἡ μῦρον πνέουσα, «ἡ ἀπὸ τῆς ἐρήμου ἀνερχομένη, ὡς στελέχη καπνοῦ τεθυμιαμένη, σμύρναν καὶ λίβανον ἀπὸ κονιορτῶν μυρεψοῦ» τοῦ δεδωκότος ἑαυτοῦ τὴν εὐοδμίαν, ὃν προορῶσα ἔλεγε «μύρον ἐκκενωθὲν ὄνομά σοι· διὰ τοῦτο νεάνιδες ἠγάπησάν σε», ἡ «ἑστηκυῖα ἐκ δεξιῶν τοῦ βασιλέως, ἐνδεδυμένη κροσσωτά, διαχρύσοις πεποικιλμένη», ἡ μηδὲν σκοτεινὸν ἔχουσα, ποτὲ δὲ «μεμελανωμένη», νυνὶ δὲ «καλὴ» καὶ «λελευκανθισμένη», ἵνα ἐν σοὶ γενόμενοι λωφήσωμεν τῶν προδιελθόντων ἡμᾶς στυγερῶν τῶν αἱρέσεων πραγμάτων καὶ ἡσυχάσωμεν ἀπὸ 〈τῶν〉 σάλων τῆς τῶν αὐτῶν τρικυμίας καὶ ἀναψύξωμεν ἐν σοί, ἁγία μήτηρ ἡμῶν ἐκκλησία, καὶ ἐν τῇ ἁγίᾳ ἐν σοὶ διδασκαλίᾳ καὶ ἁγίᾳ καὶ μόνῃ πίστει θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ.
Μετάφραση
Γι' αυτό, ας την επικαλεστούμε και εμείς πιο γρήγορα, όχι όπως εκείνος καλούσε τη νύμφη, όντας νυμφίος της και κύριος και δεσπότης και βασιλιάς και Θεός και υπερασπιστής, αλλά ως δούλοι του ας την επικαλεστούμε, λέγοντας και εμείς σε συμφωνία με αυτόν: «έλα από τον Λίβανο, νύμφη, διότι είσαι όλη ωραία και δεν υπάρχει κανένα ψεγάδι σε εσένα»· ο παράδεισος του μεγάλου τεχνίτη, η πόλη του άγιου βασιλιά, η νύμφη του αμόλυντου Χριστού, η αγνή παρθένος, που έχει μνηστευθεί με πίστη σε έναν μόνο άνδρα, η διαφανής και «που προβάλλει σαν την αυγή, ωραία σαν τη σελήνη, λαμπρή σαν τον ήλιο, θαυμαστή σαν παραταγμένα στρατεύματα», αυτή που μακαρίζεται από τις «βασίλισσες» και εξυμνείται από τις «παλλακίδες», που επαινείται από τις θυγατέρες, και «που αναβαίνει από την έρημο», «λευκασμένη και στηριζόμενη στον αγαπημένο της», που αναδίδει μύρο, «η οποία αναβαίνει από την έρημο σαν στήλες καπνού, θυμιατισμένη με σμύρνα και λίβανο από κάθε σκόνη μυρεψού», Εκείνου που προσέφερε τη δική Του ευωδία, για τον οποίο προνοώντας έλεγε: «μύρο που ξεχύθηκε είναι το όνομά σου· γι' αυτό σε αγάπησαν οι νεάνιδες», αυτή «που στέκεται εκ δεξιών του βασιλιά, ντυμένη με κροσσωτά ενδύματα και στολισμένη με χρυσάφι», που δεν έχει τίποτα σκοτεινό πάνω της, άλλοτε μεν «μαυρισμένη», τώρα δε «ωραία» και «λευκασμένη», ώστε, όταν βρεθούμε μέσα σε σένα, να ανακουφιστούμε από τα απεχθή δεινά των αιρέσεων που μας βρήκαν προηγουμένως, και να ησυχάσουμε από τον σάλο της τρικυμίας τους, και να βρούμε αναψυχή σε σένα, αγία μητέρα μας Εκκλησία, και στην αγία διδασκαλία που υπάρχει σε σένα και στην αγία και μοναδική αληθινή πίστη του Θεού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες