Τοῦτο τὸ ξύλον ἡ νύμφη ποθοῦσά φησιν ἐν Ἄισματι τῶν ᾀσμάτων· 〈Εἶπον· Ἀναβήσομαι ἐπὶ τῷ φοίνικι καὶ κρατήσω τῶν κλάδων αὐτοῦ,〉 φοίνικα μὲν αὐτὸν καλοῦσα διὰ τὸ εἰδεχθὲς μὲν τῆς σαρκὸς κάτω, εὔκαρπον δὲ τῆς θεότητος ἄνω. Τούτου τοῦ ξύλου τὴν βρῶσιν παραιτησάμενος ὁ Ἀδάμ, τῇ ἐναντίᾳ περιπέπτωκεν· ἡμεῖς δέ, τὰ νῦν μυστικῶς ἐσθίοντες ἀπ᾽ αὐτοῦ, τὴν παράβασιν ἐξορίζομεν. Ξύλον γὰρ ζωῆς ἐστιν ὁ Χριστός, ξύλον θανάτου ὁ διάβολος. Ἐκεῖνος μὲν ἐκ παραδείσου τὸν ἄνθρωπον ἐκβάλλει· οὗτος δὲ τὸν λῃστὴν εἰς τὸν παράδεισον εἰσάγει. Κλάδους γὰρ ἔχει τοὺς ἀποστόλους, καρποὺς τοὺς σωζομένους, φύλλων κόμην τοὺς λόγους, ῥίζαν τὸ βάπτισμα, γεωργὸν τὸν πατέρα, ὅστις αὐτὸν καὶ ἄνω καὶ κάτω δίχα μεσίτου ἀπέτεκε. Θέλεις ἰδεῖν καὶ τὸν τούτου καρπὸν ὃν ἔδωκεν ἐν καιρῷ αὐτοῦ; Βλέπε τοῦτον σταυρούμενον καὶ τὴν πλευρὰν νυχθεῖσαν αὐτοῦ, ἥτις αἷμα καὶ ὕδωρ ἐξέβλυσεν, εἰς ὑποτύπωσιν μὲν τοῦ μαρτυρίου τὸ αἷμα, εἰς σύμβολον δὲ βαπτίσματος τὸ ὕδωρ. Ἐπειδὴ γὰρ πλευρὰ νυχθεῖσα τὸν Ἀδὰμ ὑπεσκέλισεν, ἀναγκαίως καὶ πλευρὰ νυχθεῖσα τοῦτον ἀνεγέννησε. Ξύλον ὑγρὸν τὸν ἕνα κατέβαλε· ξύλον δὲ ξηρὸν τὸν κόσμον ἀνώρθωσεν. Ἡ βρῶσις ἐκείνου τὸν θάνατον ἔτεκεν· ἡ βρῶσις δὲ τούτου τὴν ζωὴν ἀνεβλάστησε.
Μετάφραση
Αυτό το δέντρο ποθώντας η νύμφη, λέει στο Άσμα Ασμάτων: «Είπα, θα ανεβώ στον φοίνικα και θα κρατήσω τα κλαδιά του», ονομάζοντάς τον φοίνικα αφενός λόγω της άδοξης όψης της σάρκας στο κάτω μέρος, αφετέρου λόγω της ευκαρπίας της θεότητας στο επάνω. Επειδή ο Αδάμ αρνήθηκε τη βρώση αυτού του δέντρου, υπέπεσε στην αντίθετη κατάσταση. Εμείς όμως, τρώγοντας τώρα μυστικώς από αυτό, εξορίζουμε την παράβαση. Διότι δέντρο ζωής είναι ο Χριστός, δέντρο θανάτου ο διάβολος. Εκείνος μεν εκδιώκει τον άνθρωπο από τον παράδεισο, αυτός δε εισάγει τον ληστή στον παράδεισο. Διότι έχει για κλαδιά του τους αποστόλους, για καρπούς τους σωζομένους, για φύλλωμα τους λόγους, για ρίζα το βάπτισμα και για γεωργό τον Πατέρα, ο οποίος τον γέννησε και άνω και κάτω χωρίς μεσίτη. Θέλεις να δεις και τον καρπό του, τον οποίο έδωσε στον καιρό του; Δες αυτόν να σταυρώνεται και την πλευρά του να λογχίζεται, η οποία ανέβλυσε αίμα και νερό, το μεν αίμα ως προτύπωση του μαρτυρίου, το δε νερό ως σύμβολο του βαπτίσματος. Διότι, επειδή μια τρωθείσα πλευρά ανέτρεψε τον Αδάμ, ήταν αναγκαίο και μια τρωθείσα πλευρά να τον αναγεννήσει. Ένα χλωρό ξύλο κατέβαλε τον έναν, ενώ ένα ξερό ξύλο ανόρθωσε τον κόσμο. Η βρώση από εκείνο γέννησε τον θάνατο, ενώ η βρώση από τούτο ανέβλαστησε τη ζωή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες