Ταῦτα ἀκούσαντες οἱ Φαρισαϊκοὶ κριταὶ, ὡς εἶδον αὐτὸν ἔτι ἐπιμένοντα τοῖς αὐτοῖς, τοῦτον ἀπωσάμενοι, τοὺς γονεῖς τοῦ ἀναβλέψαντος ἐφώνησαν, καὶ ἐπυνθάνοντο παρ᾽ αὐτῶν λέγοντες· «Εἴπατε ἡμῖν· οὗτός ἐστιν ὁ Υἱὸς ὑμῶν, ὃν λέγεται, ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; Πῶς οὖν ἄρτι βλέπει;» Οἱ δὲ γονεῖς τοῦ ἀναβλέψαντος ἀνταποκριθέντες πρὸς τοὺς ἐπερωτῶντας, εἶπον τὰ τῆς μακαρίας Σουσάννης· Στενὰ ἡμῖν πάντοθεν. Ἐὰν εἴπωμεν ὅτι Υἱὸς ἡμῶν ἐστιν, οὐκ ἐκφευξόμεθα τὰς χεῖρας ὑμῶν· τοῦτο γὰρ ἐπηγγείλασθε· ἐὰν δὲ εἴπωμεν, ὅτι οὐκ ἔστιν υἱὸς ἡμῶν, αἰωνίαν κόλασιν ὑποστησόμεθα· τοῦτο γὰρ ἀπόκειται τοῖς τὴν ἀλήθειαν κρύπτουσι. Διὸ, τὴν αἰωνίαν μᾶλλον κόλασιν προτιμήσαντες, τοσοῦτον ἐροῦμεν, ὅσον καὶ ἐν τοῖς παροῦσι ζημίαν οὐχ ὑπομείνωμεν· «Οὗτος ὁ παῖς, ὦ ἄρχοντες, ὅτι μὲν υἱὸς ἡμῶν ἐστιν, ἴσμεν, καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη οὐκ ἀγνοοῦμεν· τὸ δὲ πῶς ἀνέβλεψεν, οὐκ οἴδαμεν· ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς, ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν. Ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς λαλήσει περὶ ἑαυτοῦ.»
Μετάφραση
Ακούγοντας αυτά οι Φαρισαίοι κριτές, όταν είδαν ότι αυτός επέμενε ακόμη στα ίδια, αφού τον απομάκρυναν, κάλεσαν τους γονείς εκείνου που ανέβλεψε, και τους ρωτούσαν λέγοντας: «Πείτε μας· αυτός είναι ο Υιός σας, για τον οποίο λέτε ότι γεννήθηκε τυφλός; Πώς, λοιπόν, τώρα βλέπει;» Οι δε γονείς εκείνου που ανέβλεψε, αποκρινόμενοι προς όσους τους ρωτούσαν, είπαν τα λόγια της μακαρίας Σωσάννας: «Βρισκόμαστε σε αδιέξοδο από παντού. Εάν πούμε ότι είναι Υιός μας, δεν θα ξεφύγουμε από τα χέρια σας· διότι αυτό έχετε διακηρύξει· εάν πάλι πούμε ότι δεν είναι υιός μας, θα υποστούμε την αιώνια κόλαση· διότι αυτό επιφυλάσσεται σε εκείνους που κρύβουν την αλήθεια. Γι' αυτό, φοβούμενοι περισσότερο την αιώνια κόλαση, θα πούμε τόσα, ώστε να μην υποστούμε ζημία και στα παρόντα: "Αυτό το παιδί, ω άρχοντες, ότι είναι υιός μας το γνωρίζουμε, και ότι γεννήθηκε τυφλός δεν το αγνοούμε· το πώς όμως ανέβλεψε, δεν το γνωρίζουμε· ή ποιος άνοιξε τους οφθαλμούς του, εμείς δεν το γνωρίζουμε. Είναι ενήλικος, ρωτήστε τον ίδιο, αυτός θα μιλήσει για τον εαυτό του"».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες