Δῆμος δὲ ἀναρριπισθεὶς καὶ παθὼν ὃ δὴ πάσχειν ἀπὸ ὁρμῆς ἐμπλήκτου εἴωθε δῆμος, ἠγανάκτει πεπλανήμενος καὶ τῇ ὁρμῇ τῶν γερόντων συνεξεφέρετο· γονεῖς τῆς κρινουμένης ἐθρήνουν, ἀνὴρ τὴν συμφορὰν ὠδύρετο, παῖδες ὠλόλυζον ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς μητρὸς κινδυνευούσης ἀπηρτήμενοι, τὸ γένος τῇ αἰσχύνῃ κεκάλυπτο. Οἱ δὲ καλοὶ δικασταί, οἱ τῆς σωφροσύνης σύμμαχοι, σεμνῶς κεκαλυμμένην ἱματίῳ—οὐδὲ γὰρ ἐπὶ τῆς συγχύσεως τῶν κακῶν ἑαυτῆς ἐπελάθετο ἕξιν τῆς κοσμιότητος ἔχουσα—γυμνοῦσθαι τῆς εὐπρεποῦς σκέπης ἐκέλευσαν, ἵν’ ἐν τῷ δικαστηρίῳ τῆς μοιχείας μοιχείαν ἐργάσωνται τῇ θέᾳ τῆς κρινομένης τὴν αἰσχρὰν ἐπιθυμίαν προσαναπαύσαντες· ἐπετίθεσαν δὲ καὶ τὰς χεῖρας τῇ κεφαλῇ—ὃ δὴ σύμβολον τῆς κατακρίσεως ἦν—, χραίνοντες σῶμα καθαρόν, οἱ ἀκόλαστοι, τῇ ἁφῇ καὶ κατ’ αὐτῆς ἐδημηγόρουν τὸ ψεῦδος, οἱ καλοὶ τῆς ἀληθείας προστάται.
Μετάφραση
Ο δε λαός, έχοντας αναστατωθεί και παθαίνοντας αυτό που συνηθίζει να παθαίνει ο λαός από παράλογη παρόρμηση, αγανακτούσε παραπλανημένος και παρασυρόταν από την ορμή των γερόντων· οι γονείς της δικαζόμενης θρηνούσαν, ο σύζυγός της οδυρόταν για τη συμφορά, τα παιδιά της ολολύζαν κρεμασμένα από εδώ και από εκεί πάνω στη μητέρα τους που κινδύνευε, και το γένος της είχε σκεπαστεί από την ντροπή. Οι δε καλοί δικαστές, οι σύμμαχοι της σωφροσύνης, διέταξαν να γδυθεί από το ευπρεπές κάλυμμά της, ενώ ήταν σεμνά καλυμμένη με το ιμάτιό της —διότι ούτε κατά τη σύγχυση των συμφορών δεν ξέχασε τον εαυτό της, επειδή είχε τη συνήθεια της κοσμιότητας—, ώστε μέσα στο δικαστήριο για τη μοιχεία να διαπράξουν μοιχεία, ικανοποιώντας την αισχρή τους επιθυμία με το θέαμα της δικαζόμενης· έβαλαν μάλιστα και τα χέρια τους στο κεφάλι της —πράγμα που αποτελούσε σύμβολο καταδίκης—, μολύνοντας ένα καθαρό σώμα, οι ακόλαστοι, με το άγγιγμά τους, και αγόρευαν ψέματα εναντίον της, αυτοί, οι καλοί προστάτες της αλήθειας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες