Εἶτα, ἐπειδὴ τῆς Αἰγύπτου κυριεύσας τοὺς ἀδελφοὺς οὐκ ἐδούλωσεν οὐδὲ τοὺς εἰς δουλείαν αὐτὸν πωλήσαντας εἰς δουλείαν ἤγαγε, λέγει· 〈Εἰ ἀνταπέδωκα τοῖς ἀνταποδιδοῦσί μοι κακά;〉 Ὅθεν, ὅτε εἶπον οἱ ἀδελφοί· 〈Μήποτε μνησικακήσῃ ἡμῖν Ἰωσὴφ περὶ πάντων τῶν κακῶν ὧν ἐνεδειξάμεθα αὐτῷ,〉 λέγει αὐτοῖς· 〈Μὴ φοβεῖσθε· τοῦ γὰρ θεοῦ εἰμι ἐγώ. Ὑμεῖς ἐβουλεύσασθε περὶ ἐμοῦ εἰς κακά· ὁ δὲ θεὸς ἐβουλεύσατο περὶ ἐμοῦ εἰς ἀγαθά. Εἰ ἀνταπέδωκα τοῖς ἀνταποδιδοῦσί μοι κακά;〉 Τοῦτο ἔλεγε καὶ ἡ μακαρία Σουσάννα, ἡ τοῦ Ἰωσὴφ τὴν σωφροσύνην φορέσασα καὶ τὰ νεωτερικὰ σκιρτήματα τῶν γερόντων ἀπογυμνώσασα. Ὅτε γὰρ πολιὰ κατὰ τῆς νεότητος ὡπλίζετο καὶ οἱ λύκοι κατὰ τῆς ἀμνάδος θάνατον ἠρεύγοντο λέγοντες· 〈Περιπατούντων ἡμῶν ἐν τῷ παραδείσῳ μόνων, εἰσῆλθεν αὕτη μετὰ δύο παιδισκῶν καὶ ἀπέκλεισε τὰς θύρας τοῦ παραδείσου, καὶ ἀπέστειλε τὰ κοράσια. Καὶ ἦλθε πρὸς αὐτὴν νεανίσκος, ὃς ἦν κεκρυμμένος, καὶ ἀνέπεσε μετ᾽ αὐτῆς. Ἡμεῖς δὲ ἐδράμομεν ἐπ᾽ αὐτούς· καὶ ἰδόντες αὐτοὺς ὁμοῦ, ἐκεῖνον μὲν οὐκ ἠδυνήθημεν κρατῆσαι, διὰ τὸ ἀνοίξαντα αὐτὸν τὰς θύρας ἐκπεπηδηκέναι, ταύτης δὲ ἐπιλαβόμενοι, ἐπηρωτῶμεν τίς ἦν ὁ νεανίσκος, καὶ οὐκ εἶπεν ἡμῖν. Ταῦτα μαρτυροῦμεν·〉 εὐθέως ἡ Σουσάννα· 〈Κύριε ὁ θεός μου, εἰ ἐποίησα τοῦτο;〉 Εἰ ἀληθεύει πολιὰ καὶ νεότης σφάλλεται;
Μετάφραση
Έπειτα, επειδή, αφού κυρίευσε την Αίγυπτο, δεν υποδούλωσε τους αδελφούς του, ούτε αυτούς που τον πούλησαν για δούλο τους οδήγησε στη δουλεία, λέει: «Μήπως ανταπέδωσα κακό σε αυτούς που μου ανταπέδωσαν κακά;» Γι' αυτό, όταν οι αδελφοί είπαν: «Μήπως ο Ιωσήφ μάς κρατήσει κακία για όλα τα κακά που του δείξαμε;», τους λέει: «Μη φοβάστε· διότι εγώ ανήκω στον Θεό. Εσείς σκεφτήκατε για εμένα κακά· ο Θεός όμως σκέφτηκε για εμένα αγαθά. Μήπως ανταπέδωσα κακό σε αυτούς που μου ανταπέδωσαν κακά;» Αυτό έλεγε και η μακαρία Σωσάννα, η οποία ενδύθηκε τη σωφροσύνη του Ιωσήφ και ξεσκέπασε τα νεανικά σκιρτήματα των γερόντων. Διότι, όταν τα λευκά μαλλιά οπλίζονταν κατά της νεότητας και οι λύκοι ξερνούσαν θάνατο κατά της αμνάδας λέγοντας: «Ενώ εμείς περπατούσαμε μόνοι στον κήπο, εισήλθε αυτή με δύο υπηρέτριες και έκλεισε τις θύρες του κήπου, και έστειλε μακριά τα κορίτσια. Και ήλθε σε αυτήν ένας νεαρός, ο οποίος ήταν κρυμμένος, και πλάγιασε μαζί της. Εμείς τότε τρέξαμε καταπάνω τους· και βλέποντάς τους μαζί, εκείνον μεν δεν μπορέσαμε να τον κρατήσουμε, διότι ανοίγοντας τις θύρες πήδηξε έξω, πιάνοντας όμως αυτήν, τη ρωτούσαμε ποιος ήταν ο νεαρός, και δεν μας είπε. Αυτά μαρτυρούμε»· αμέσως η Σωσάννα αποκρίθηκε: «Κύριε ο Θεός μου, μήπως εγώ το έπραξα αυτό;» Άραγε αληθεύουν τα γηρατειά και σφάλλει η νεότητα;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες