Ὡς δὲ ὁ λαὸς ὑπήχθη καὶ ἡ ψῆφος ἠνέχθη καὶ ἡ τιμωρία πλησίον ἦν, ἀνέβλεψε τότε ἡ συκοφαντουμένη πρὸς τὸν δικαστὴν τῶν κριτῶν· ἐφέσιμον τὴν δίκην ἐξ ἀνθρώπων ἤγαγε πρὸς τὸν Θεόν, ἐπεκαλέσατο τὸ ἀπαραλόγιστον δικαστήριον καὶ οὐκ ἐβράδυνεν ἡ ἀλήθεια. Ἀνάστηθί μοι λοιπόν, ὦ μακάριε Δανιήλ, καὶ νῦν ἐπὶ τοῦ λόγου ὡς διηγέρθης καὶ τότε παρὰ τοῦ πνεύματος· εἰπὲ καὶ σὺ Ἀθῷός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος ταύτης, ὡς καὶ Πιλᾶτος ὕστερον κατὰ τῶν μαινομένων Ἑβραίων.
Μετάφραση
Όταν δε ο λαός παρασύρθηκε και η απόφαση εκδόθηκε και η τιμωρία πλησίαζε, η συκοφαντημένη γυναίκα σήκωσε τότε το βλέμμα της προς τον Δικαστή των κριτών. Μετέφερε, ως έφεση, τη δίκη από τους ανθρώπους στον Θεό, επικαλέστηκε το αλάνθαστο δικαστήριο, και η αλήθεια δεν άργησε. Σήκω, λοιπόν, για χάρη μου, ω μακάριε Δανιήλ, και τώρα κατά τη διάρκεια του λόγου, όπως ακριβώς παρακινήθηκες και τότε από το Πνεύμα. Πες και εσύ: Είμαι αθώος από το αίμα αυτής, όπως ακριβώς και ο Πιλάτος αργότερα απέναντι στους μαινόμενους Εβραίους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες