Ὅθεν ἀκούσας πᾶς ὁ λαὸς „καὶ πάντες οἱ συγγενεῖς αὐτῆς“ ἐβόησαν λέγοντες· ἐψεύσαντο· οὔτε <γὰρ σ>χῖνος οὔτε πρῖνος <ἐν τῷ> παραδείσῳ πεφύ<τευ>ται. μετὰ τοῦτο ἐγερ<θεῖσα> „πᾶσα ἡ συναγωγὴ ἔδωκεν αἶν<ον> τῷ θεῷ τῷ σῴζ<οντι> τοὺς ἐλπίζοντας ἐπ’ αὐτόν. καὶ ἀνέστησαν ἐπὶ τοὺς δύο πρεσβυτέρους καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὃν τρόπον ἐπονηρεύσαντο τῷ πλησίον ποιῆσαι καὶ ἀπέκτειναν αὐτούς“, „ὅτι συνέστησεν αὐτοὺς Δανιὴλ ἐκ τοῦ στόματος αὐτῶν ψευδομαρτυρήσαντας“, ἵνα πληρωθῇ τὸ εἰρημένον „ὁ ὀρύσσων βόθρον τῷ πλησίον ἐμπεσεῖται εἰς αὐτὸν αὐτός“, „καὶ ἐσώθη αἷμα ἀναίτιον ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ. Χελκίας δὲ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ᾔνεσαν τὸν θεὸν περὶ τῆς θυγατρὸς αὐτῶν μετὰ Ἰωακεὶμ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς καὶ τῶν συγγενῶν πάντων, ὅτι οὐχ εὑρέθη ἐν αὐτῇ ἄσχημον πρᾶγμα. καὶ Δανιὴλ ἐγένετο μέγας ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ἐπέκεινα“.
Μετάφραση
Επομένως, όταν τα άκουσε αυτά όλος ο λαός, «και όλοι οι συγγενείς της», φώναξαν δυνατά λέγοντας: «Είπαν ψέματα· διότι ούτε σχίνος ούτε πουρνάρι έχει φυτευτεί στον κήπο». Μετά από αυτό, αφού σηκώθηκε «όλη η συναγωγή, απέδωσε αίνο στον Θεό, ο οποίος σώζει εκείνους που ελπίζουν σε Αυτόν. Και ξεσηκώθηκαν εναντίον των δύο πρεσβυτέρων και τους έκαναν ό,τι ακριβώς εκείνοι είχαν σκεφτεί με πονηριά να κάνουν στον πλησίον τους, και τους σκότωσαν», «επειδή ο Δανιήλ απέδειξε από το ίδιο τους το στόμα ότι ψευδομαρτύρησαν», για να εκπληρωθεί το ρητό: «Εκείνος που σκάβει λάκκο για τον πλησίον του, θα πέσει ο ίδιος μέσα σε αυτόν», «και έτσι σώθηκε αθώο αίμα εκείνη την ημέρα. Ο Χελκίας δε και η γυναίκα του δόξασαν τον Θεό για την κόρη τους, μαζί με τον Ιωακείμ τον άνδρα της και όλους τους συγγενείς, διότι δεν βρέθηκε σε αυτήν καμία επαίσχυντη πράξη. Και ο Δανιήλ έγινε μέγας ενώπιον του λαού από εκείνη την ημέρα και στο εξής».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες