Διὸ καὶ μάλιστα παρῄνει· «Ἀναλάβετε τὴν πανοπλίαν τοῦ θεοῦ, ἵνα δυνηθῆτε ἀντιστῆναι ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ πονηρᾷ», ἵνα «μηδὲν ἔχων λέγειν περὶ ἡμῶν φαῦλον» ὁ ἐχθρὸς καταισχυνθῇ. Ἡμεῖς δέ, τοῦτο μαθόντες, ἐμνημονεύομεν τοῦ ἀποστόλου λέγοντος· «Εἴτε ἐν σώματι, οὐκ οἶδα, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος, οὐκ οἶδα· ὁ θεὸς οἶδεν.» 9. Ἀλλ’ ὁ μὲν Παῦλος ἕως τρίτου οὐρανοῦ ἡρπάγη καὶ ἀκούσας ἄρρητα ῥήματα κατῆλθεν, ὁ δὲ Ἀντώνιος ἕως τοῦ ἀέρος ἑαυτὸν εἶδε φθάσαντα καὶ ἀγωνισάμενον ἕως ἐλεύθερος φανῇ. 1. Εἶχε δὲ καὶ τοῦτο πάλιν χάρισμα. Ἐν γὰρ τῷ ὄρει κατὰ μόνας καθήμενος, εἴ ποτέ τι πρὸς ἑαυτὸν ζητῶν ἠπόρει, τοῦτο αὐτῷ παρὰ τῆς προνοίας εὐχομένῳ ἀπεκαλύπτετο. 2. Καὶ ἦν, κατὰ τὸ γεγραμμένον, θεοδίδακτος γενόμενος ὁ μακάριος. Μετὰ ταῦτα γοῦν διαλέξεως αὐτῷ ποτε γενομένης πρός τινας εἰσελθόντας πρὸς αὐτὸν περὶ τῆς διαγωγῆς τῆς ψυχῆς, καὶ ποῖος μετὰ ταῦτα τόπος αὐτῇ ἔσται, τῇ ἑξῆς νυκτὶ καλεῖ τις αὐτὸν ἄνωθεν, λέγων· Ἀντώνιε, ἀναστὰς ἔξελθε καὶ βλέπε. 3. Ἐξελθὼν τοίνυν (ᾔδει γὰρ τίσιν ὑπακούειν ὀφείλει) καὶ ἀναβλέψας ἐθεώρησέ τινα μακρόν, ἀειδῆ καὶ φοβερόν, ἑστῶτα καὶ φθάνοντα μέχρι τῶν νεφελῶν, καὶ ἀναβαίνοντάς τινας ὥσπερ ἐπτερωμένους· κἀκεῖνον ἐκτείνοντα τὰς χεῖρας· καὶ τοὺς μὲν κωλυομένους παρ’ αὐτοῦ, τοὺς δὲ ὑπεριπταμένους καὶ διελθόντας ἀμερίμνως λοιπὸν ἀνάγεσθαι. 4.
Μετάφραση
Γι’ αυτό και θερμά συμβούλευε: «Αναλάβετε την πανοπλία του Θεού, για να μπορέσετε να αντισταθείτε κατά την πονηρή ημέρα», ώστε «μην έχοντας να πει τίποτα κακό για εμάς» ο εχθρός να καταισχυνθεί. Εμείς δε, όταν το μάθαμε αυτό, θυμηθήκαμε τον απόστολο που λέει: «Είτε βρισκόμουν στο σώμα, δεν γνωρίζω, είτε εκτός του σώματος, δεν γνωρίζω· ο Θεός γνωρίζει». Αλλά ο μεν Παύλος αρπάχτηκε έως τον τρίτο ουρανό και, αφού άκουσε άρρητα λόγια, κατέβηκε, ο δε Αντώνιος είδε τον εαυτό του να φτάνει έως τον αέρα και να αγωνίζεται μέχρις ότου φανεί ελεύθερος. Είχε δε πάλι και το εξής χάρισμα. Διότι, όταν καθόταν ολομόναχος στο βουνό, αν κάποτε απορούσε αναζητώντας κάτι μέσα του, αυτό του αποκαλυπτόταν από τη θεία πρόνοια ενώ προσευχόταν. Και είχε γίνει, σύμφωνα με το γεγραμμένο, θεοδίδακτος ο μακάριος. Μετά από αυτά, λοιπόν, όταν κάποτε έγινε συζήτηση μεταξύ αυτού και κάποιων που τον επισκέφθηκαν σχετικά με την πορεία της ψυχής και το ποιος θα είναι ο τόπος της έπειτα, την επόμενη νύχτα τον καλεί κάποιος από ψηλά, λέγοντας: «Αντώνιε, σήκω, βγες έξω και κοίτα». Βγαίνοντας, λοιπόν, έξω (διότι γνώριζε σε ποιους όφειλε να υπακούει) και κοιτάζοντας ψηλά, είδε κάποιον πανύψηλο, ειδεχθή και φοβερό, να στέκεται και να φτάνει μέχρι τα σύννεφα, και κάποιους άλλους να ανεβαίνουν σαν να ήταν φτερωτοί· και εκείνον να απλώνει τα χέρια του· και άλλους μεν να εμποδίζονται από αυτόν, άλλους δε να πετούν από πάνω του και, αφού περνούσαν, να ανεβαίνουν πλέον αμέριμνοι.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες