Ἔρεις δὲ, φησὶ, τὰς πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς, ἵνα μὴ κάμνωμεν εἰκῆ, ὅταν μηδὲν ᾖ κέρδος· τὸ γὰρ τέλος αὐτῶν οὐδέν. Ὅταν ᾖ τις διεστραμμένος, καὶ μηδ᾽, ἂν ὁτιοῦν γένηται, προῃρημένος μεταθέσθαι τὴν γνώμην, τίνος ἕνεκεν εἰκῆ κάμνεις κατὰ πετρῶν σπείρων, δέον πονεῖν τὸν καλὸν τοῦτον πόνον εἰς τοὺς σοὺς τὰ περὶ ἐλεημοσύνης αὐτοῖς διαλεγόμενος καὶ τῆς ἄλλης ἀρετῆς; πῶς οὖν ἑτέρωθί φησι, Μή ποτε δῷ αὐτοῖς ὁ Θεὸς μετάνοιαν, ἐνταῦθα δὲ, Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν νουθεσίαν καὶ δευτέραν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος, καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος; Ἐκεῖ μὲν περὶ τῆς τῶν ἐλπίδα ἐχόντων διορθώσεώς φησι, καὶ περὶ τῶν ἀντιδιατιθεμένων ἁπλῶς· ὅταν δὲ δῆλος ᾖ πᾶσι καὶ φανερὸς, τίνος ἕνεκεν πυκτεύεις εἰκῆ; τί τὸν ἀέρα δέρεις; Τί ἐστιν, Ὢν αὐτοκατάκριτος; Οὐ γὰρ ἔχει εἰπεῖν, ὅτι οὐδεὶς εἶπεν, οὐδεὶς ἐνουθέτησεν. Ὅταν οὖν μετὰ τὴν παραίνεσιν ὁ αὐτὸς ἐπιμένῃ, αὐτοκατάκριτος γίνεται. Ὅταν πέμψω Ἀρτεμᾶν πρὸς σὲ ἢ Τυχικὸν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νικόπολιν.
Μετάφραση
«Τις έριδες με τους αιρετικούς», λέει, «να τις αποφεύγεις», για να μην κοπιάζουμε μάταια, όταν δεν υπάρχει κανένα κέρδος· διότι η κατάληξή τους δεν οδηγεί πουθενά. Όταν κάποιος είναι διεστραμμένος και, ό,τι κι αν συμβεί, δεν έχει την προαίρεση να αλλάξει γνώμη, για ποιον λόγο κοπιάζεις μάταια σπέρνοντας πάνω σε πέτρες, ενώ θα έπρεπε να καταβάλλεις αυτόν τον καλό κόπο για τους δικούς σου ανθρώπους, συζητώντας μαζί τους για την ελεημοσύνη και την άλλη αρετή; Πώς λοιπόν αλλού λέει: «μήπως τυχόν τους δώσει ο Θεός μετάνοια», ενώ εδώ: «Αιρετικό άνθρωπο, μετά από μία και δεύτερη νουθεσία, να τον αποφεύγεις, γνωρίζοντας ότι ένας τέτοιος έχει διαστραφεί και αμαρτάνει, όντας αυτοκατάκριτος»; Εκεί μεν μιλάει για τη διόρθωση εκείνων για τους οποίους υπάρχει ελπίδα, και για όσους απλώς έχουν αντίθετη γνώμη. Όταν όμως είναι σε όλους ξεκάθαρος και φανερός, για ποιον λόγο πυγμαχείς μάταια; Γιατί χτυπάς τον αέρα; Τι σημαίνει «όντας αυτοκατάκριτος»; Διότι δεν έχει το δικαίωμα να πει ότι κανείς δεν του μίλησε, κανείς δεν τον νουθέτησε. Όταν, λοιπόν, μετά τη νουθεσία εκείνος επιμένει στα ίδια, γίνεται αυτοκατάκριτος. «Όταν στείλω τον Αρτεμά σε σένα ή τον Τυχικό, φρόντισε να έρθεις προς εμένα στη Νικόπολη».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες