Ὑποστρέψας δὲ ὁ παῖς, ἐγχρίει τῇ χολῇ τοῦ ἰχθύος τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ πατρὸς, καὶ ἀποπίπτουσιν αἱ λεπίδες, καὶ εὐθὺς ἀνέβλεψε. Ὅτε μὲν ἐτυφλώθη ὁ Τωβὶτ, ἦν ἐτῶν νηʹ, ὅτε δὲ ἀνέβλεψε, ἦν ἐτῶν ξϛʹ. Καὶ λοιπὸν βλέψαντος αὐτοῦ, ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ ἄγγελος, ὅτι οὐκ ἄνθρωπος ἦν, ἀλλὰ παρὰ τοῦ Θεοῦ ἀπεστάλη εἰς βοήθειαν αὐτῶν τε καὶ τῆς Σάῤῥα.
Μετάφραση
Επιστρέφοντας δε ο γιος, αλείφει με τη χολή του ψαριού τα μάτια του πατέρα του, και πέφτουν τα λέπια, και αμέσως ανέβλεψε. Όταν μεν τυφλώθηκε ο Τωβίτ, ήταν πενήντα οκτώ ετών, όταν δε ανέβλεψε, ήταν εξήντα έξι ετών. Και αφού λοιπόν ανέβλεψε, ο άγγελος φανέρωσε τον εαυτό του, αποκαλύπτοντας ότι δεν ήταν άνθρωπος, αλλά είχε σταλεί από τον Θεό προς βοήθεια τόσο των ίδιων όσο και της Σάρρας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες