Διαβληθεὶς δὲ τῷ βασιλεῖ Ἀχειρὴλ, ἔφυγε. Καὶ ἐπανελθὼν, καὶ θάψας τινὰ τῶν ἀποθανόντων, ἐκοιμήθη ἔξω τοῦ τείχους, καὶ ὡς εἴωθε κοιμώμενος, ἀνεῳγμένους εἶχε τοὺς ὀφθαλμοὺς, στρουθίων δὲ ἀφοδευσάντων ἄνωθεν εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, λευκώματα ἔσχε, καὶ οὐκέτι ἔβλεπεν. Ἦν δὲ καὶ ἐν Ἐκβατάνοις θυγάτηρ τοῦ Ῥαγουὴλ συγγενοῦς αὐτοῦ Σάῤῥα ὀνόματι. Ταύτην γαμηθῆναι οὐκ ἐπέτρεπεν ὁ δαίμων Ἀσμοδαῖος· ἑπτὰ γοῦν ἑξῆς λαβόντας αὐτὴν ἀπέκτεινε [καὶ πάνυ λυπηθεῖσα· ἑπτὰ γὰρ λαβόντας ἑξῆς αὐτὴν ἀπέκτεινε]. Καὶ πάνυ λυπηθεῖσα ἡ παῖς ηὔξατο· καὶ ἀπέστειλεν αὐτῇ βοηθὸν ὁ Θεὸς τὸν ἀρχάγγελον Ῥαφαήλ. Ὁ τοίνυν Τωβὶτ παραγγείλας τῷ υἱῷ αὐτοῦ Τωβίᾳ μὴ λαβεῖν ἀλλαχόθεν γυναῖκα, εἰ μὴ ἐκ τῆς φυλῆς αὐτοῦ καὶ τοῦ γένους, δίδωσιν αὐτῷ τὸ χειρόγραφον τῶν δέκα ταλάντων, καὶ ἐντέλλεται αὐτῷ ἀπελθεῖν καὶ ἀπαιτῆσαι. Ἀγνοῶν δὲ ὁ παῖς τὴν ὁδὸν καὶ τὸν ἄνθρωπον, ἐξέρχεται ζητῆσαι συνοδοιπόρον. Κατὰ Θεοῦ πρόνοιαν εὑρίσκει τὸν Ῥαφαὴλ, ὡς ἄνθρωπον ἑστῶτα ἔξω, καὶ μισθοῦται αὐτὸν λέγοντα εἰδέναι τὴν ὁδόν. [Καὶ συνοδεύει αὐτῷ ὁ ἄγγελος ὡς ἄνθρωπον λέγοντα εἰδέναι τὴν ὁδόν.] Καὶ συνοδεύει αὐτῷ ὁ ἀρχάγγελος Ῥαφαὴλ ὡς ἄνθρωπος λεγόμενος Ἀζαρίας. Ἐλθόντων δὲ αὐτῶν εἰς τὸν Τίγρην ποταμὸν, ἠθέλησεν ὁ παῖς εἰς αὐτὸν καταβῆναι καὶ λούσασθαι, καὶ εὐθὺς ἰχθὺς ἐπεπήδησε τῷ παιδαρίῳ μέγας.
Μετάφραση
Συκοφαντηθείς δε στον βασιλιά ο Αχειρήλ, διέφυγε. Και όταν επέστρεψε, αφού έθαψε κάποιον από τους νεκρούς, κοιμήθηκε έξω από το τείχος, και όπως συνήθιζε όταν κοιμόταν, είχε τα μάτια του ανοιχτά· επειδή όμως σπουργίτια αφόδευσαν από πάνω στα μάτια του, απέκτησε λευκώματα, και δεν έβλεπε πλέον. Υπήρχε δε και στα Εκβάτανα μια κόρη του Ραγουήλ, του συγγενούς του, με το όνομα Σάρρα. Σε αυτήν δεν επέτρεπε να παντρευτεί ο δαίμονας Ασμοδαίος· και επτά που την πήραν διαδοχικά, τους σκότωσε [και λυπήθηκε πάρα πολύ· διότι επτά που την πήραν διαδοχικά, τους σκότωσε]. Και επειδή λυπήθηκε πάρα πολύ η κόρη, προσευχήθηκε· και ο Θεός της έστειλε ως βοηθό τον αρχάγγελο Ραφαήλ. Ο Τωβίτ λοιπόν, αφού παρήγγειλε στον υιό του τον Τωβία να μην πάρει γυναίκα από αλλού, παρά μόνο από τη φυλή του και το γένος του, του δίνει το χειρόγραφο των δέκα ταλάντων, και του δίνει εντολή να αναχωρήσει και να τα ζητήσει. Επειδή όμως ο νέος δεν γνώριζε ούτε τον δρόμο ούτε τον άνθρωπο, εξέρχεται για να αναζητήσει συνοδοιπόρο. Κατά θεία πρόνοια βρίσκει τον Ραφαήλ, να στέκεται έξω ως άνθρωπος, και τον μισθώνει, επειδή του έλεγε ότι γνωρίζει τον δρόμο. [Και τον συνοδεύει ο άγγελος ως άνθρωπος που λέει ότι γνωρίζει τον δρόμο.] Και τον συνοδεύει ο αρχάγγελος Ραφαήλ ως άνθρωπος ονομαζόμενος Αζαρίας. Όταν έφτασαν στον ποταμό Τίγρη, θέλησε ο νέος να κατέβει σε αυτόν και να λουστεί, και αμέσως ένα μεγάλο ψάρι όρμησε στο παιδί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες