Ἐφύτευσας αὐτοὺς, καὶ ἐῤῥιζώθησαν· ἐτεκνοποίησαν, καὶ ἐποίησαν καρπόν. Ἐγγὺς εἶ σὺ τοῦ στόματος αὐτῶν, καὶ πόῤῥω ἀπὸ τῶν νεφρῶν αὐτῶν.» «Μὴ ζηλώσῃς δόξαν ἁμαρτωλῶν.» «Δι᾽ ὧν ἐκολάσθησαν οἱ ἐχθροὶ αὐτῶν, διὰ τοῦτο αὐτοὶ ἀποροῦντες εὐεργετήθησαν.» «Καὶ Ῥεβέκκα ἐξ ἑνὸς κοίτην ἔχουσα Ἰσαὰκ τοῦ πατρὸς ἡμῶν, μήπω γεννηθέντων, μηδὲ πραξάντων τι ἀγαθὸν, ἢ κακὸν, ἐῤῥήθη αὐτῇ, ὅτι Ὁ μείζων δουλεύσει τῷ ἐλάσσονι, καθὼς γέγραπται· Τὸν Ἰακὼβ ἠγάπησα, τὸν δὲ Ἡσαῦ ἐμίσησα. Τί οὖν ἐροῦμεν;
Μετάφραση
«Τους φύτεψες και ρίζωσαν· απέκτησαν απογόνους και έδωσαν καρπό. Είσαι κοντά στο στόμα τους, αλλά μακριά από τα νεφρά τους.» «Μη ζηλέψεις τη δόξα των αμαρτωλών.» «Διότι με τα ίδια μέσα που τιμωρήθηκαν οι εχθροί τους, με αυτά ακριβώς ευεργετήθηκαν οι ίδιοι όταν βρέθηκαν σε ανάγκη.» «Και η Ρεβέκκα, έχοντας συλλάβει από έναν, τον Ισαάκ τον πατέρα μας, προτού ακόμη γεννηθούν τα παιδιά και προτού πράξουν κάτι καλό ή κακό, της λέχθηκε ότι ο μεγαλύτερος θα υπηρετήσει τον μικρότερο, καθώς είναι γραμμένο: Τον Ιακώβ αγάπησα, ενώ τον Ησαύ μίσησα. Τι θα πούμε, λοιπόν;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες