Ταύτας δὲ καὶ τὰς τοιαύτας τῆς εἰδωλομανίας εὑρέσεις ἄνωθεν καὶ πρὸ πολλοῦ προεδίδασκεν ἡ γραφὴ λέγουσα· 〈Ἀρχὴ πορνείας ἐπίνοια εἰδώλων· εὕρεσις δὲ αὐτῶν φθορὰ ζωῆς. οὔτε γὰρ ἦν ἀπ᾽ ἀρχῆς, οὔτε εἰς τὸν αἰῶνα ἔσται. κενοδοξίᾳ γὰρ ἀνθρώπων ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον, καὶ διὰ τοῦτο σύντομον αὐτῶν τέλος ἐπενοήθη. ἀώρῳ γὰρ πένθει τρυχόμενος πατήρ, τοῦ ταχέως ἀφαιρεθέντος τέκνου εἰκόνα ποιήσας, τὸν τότε νεκρὸν ἄνθρωπον νῦν ὡς ζῶντα ἐτίμησε, καὶ παρέδωκε τοῖς ὑποχειρίοις μυστήρια καὶ τελετάς. εἶτ᾽ ἐν χρόνῳ κρατυνθὲν τὸ ἀσεβὲς ἔθος, ὡς νόμος ἐφυλάχθη. καὶ τυράννων ἐπιταγαῖς ἐθρησκεύετο τὰ γλυπτά, οὓς ἐν ὄψει μὴ δυνάμενοι τιμᾷν ἄνθρωποι, διὰ τὸ μακρὰν οἰκεῖν, τὴν πόρρωθεν ὄψιν ἀνατυπωσάμενοι, ἐμφανῆ εἰκόνα τοῦ τετιμημένου βασιλέως ἐποίησαν, ἵνα τὸν ἀπόντα ὡς παρόντα κολακεύωσι διὰ τῆς σπουδῆς. εἰς ἐπίτασιν δὲ θρησκείας καὶ τοὺς ἀγνοοῦντας ἡ τοῦ τεχνίτου προετρέψατο φιλοτιμία· ὁ μὲν γάρ, ἴσως τῷ κρατοῦντι βουλόμενος ἀρέσαι, ἐξεβιάσατο τῇ τέχνῃ τὴν ὁμοιότητα ἐπὶ τὸ κάλλιον· τὸ δὲ πλῆθος, ἐφελκόμενον διὰ τὸ εὔχαρι τῆς ἐργασίας, τὸν πρὸ ὀλίγου τιμηθέντα ἄνθρωπον νῦν σέβασμα ἐλογίσαντο· καὶ τοῦτο ἐγεγόνει τῷ βίῳ εἰς ἔνεδρον· ὅτι, ἢ συμφορᾷ ἢ τυραννίδι δουλεύσαντες ἄνθρωποι, τὸ ἀκοινώνητον ὄνομα λίθοις καὶ ξύλοις περιέθηκαν〉.
Μετάφραση
Αυτές λοιπόν και τις παρόμοιες επινοήσεις της ειδωλομανίας από παλιά και προ πολλού τις προανήγγειλε η Γραφή λέγοντας: 〈«Αρχή της πορνείας είναι η επινόηση των ειδώλων, και η εφεύρεσή τους φθορά της ζωής. Διότι ούτε υπήρχαν από την αρχή, ούτε θα υπάρχουν για πάντα. Επειδή εξαιτίας της κενοδοξίας των ανθρώπων ήλθαν στον κόσμο, και γι' αυτό έχει προνοηθεί το σύντομο τέλος τους. Διότι κάποιος πατέρας, καταπονημένος από πρόωρο πένθος, αφού κατασκεύασε την εικόνα του τέκνου του που του αφαιρέθηκε τόσο γρήγορα, τίμησε τον τότε νεκρό άνθρωπο πλέον ως ζωντανό, και παρέδωσε στους υφισταμένους του μυστήρια και τελετές. Έπειτα, με την πάροδο του χρόνου, το ασεβές έθιμο εδραιώθηκε και τηρήθηκε ως νόμος. Και με τις διαταγές των τυράννων λατρεύονταν τα γλυπτά, τους οποίους οι άνθρωποι, μην μπορώντας να τους τιμήσουν αυτοπροσώπως λόγω του ότι κατοικούσαν μακριά, αναπαριστώντας την όψη τους από μακριά, έφτιαξαν ορατή εικόνα του τιμώμενου βασιλιά, ώστε να κολακεύουν με προθυμία τον απόντα σαν να ήταν παρών. Στην ενίσχυση δε αυτής της λατρείας, προέτρεψε ακόμα και αυτούς που δεν γνώριζαν, η φιλοδοξία του τεχνίτη· διότι αυτός, επιθυμώντας ίσως να αρέσει στον άρχοντα, εκβίασε με την τέχνη του την ομοιότητα προς το ωραιότερο· και το πλήθος, ελκυόμενο από τη χάρη του έργου, θεώρησε πλέον ως αντικείμενο λατρείας τον άνθρωπο που πριν από λίγο απλώς τιμούνταν. Και αυτό κατέστη παγίδα για τη ζωή των ανθρώπων, επειδή οι άνθρωποι, υποδουλωμένοι είτε σε συμφορά είτε σε τυραννία, απέδωσαν το ακοινώνητο όνομα σε λίθους και ξύλα»〉.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες