Ὅτι δὲ ἡ ζωοποιὸς τῆς λογικῆς ἡμῶν ψυχῆς ἐνέργεια ζωοποιεῖ τὸ σῶμα, μαρτυρεῖ ἡ θεία γραφὴ λέγουσα ὅτι Καὶ ἐνεφύσησεν ὁ θεὸς εἰς τὸν ἄψυχον χοῦν ὃν ἔπλασε, πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο τῷ ἀνθρώπῳ εἰς ψυχὴν ζῶσαν. Ὅθεν καὶ ὁ θεῖος Σολομὼν ἐγκαλῶν τοῖς ἀσεβέσι φησί· Πηλοῦ ἀτιμότερος ὁ βίος αὐτῶν, ὅτι ἠγνόησαν τὸν δόντα αὐτοῖς ψυχὴν ἐνεργοῦσαν καὶ ἐμπνεύσαντα αὐτοῖς πνεῦμα ζωτικόν· καθὰ καὶ αὐτὸς ὁ Χριστὸς περὶ τῆς ζωοποιοῦ ψυχικῆς ἡμῶν ἐνεργείας φησὶν ὅτι Ἡ σὰρξ οὐδὲν ὠφελεῖ· τὸ πνεῦμά ἐστι τὸ ζωοποιοῦν. Ἰδοὺ ταύτην τὴν ζωοποιὸν τῆς ψυχῆς ἐνέργειαν, ἣν αὐτὸς ἐμαρτύρησεν, ὁμολογοῦμεν ἀνθρωπίνην ἐνέργειαν ἐν αὐτῷ, ὁρῶντες τὸ πανάγιον αὐτοῦ σῶμα, εἰ καὶ τὰ μάλιστα καινοτέρῳ καὶ ξένῳ παρὰ τοὺς τῆς φύσεως ὅρους καὶ νόμους <τρόπῳ> ἀσπόρως ἔμψυχον ἐκ τῆς ἁγίας ἀειπαρθένου ὑπέστη, ἀλλ’ ὅμως κατὰ τὸν θεό<σ>δοτον τῆς φύσεως νόμον ὑπὸ τῆς συγκτίστου αὐτοῦ ψυχῆς ζωοποιούμενον, καὶ πάλιν κατὰ τὸν ταύτης ἐν τῷ σταυρῷ χωρισμὸν εὐθέως νεκρὸν καθ’ ἡμᾶς καὶ ἀκίνητον καὶ ἀνενέργητον ὁρώμενον, εἶτα διὰ τῆς ἐπανόδου αὐτῆς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ζωοποιούμενον καὶ κινούμενον καὶ ἀνιστάμενον καὶ τοῦ τάφου προερχόμενον, καὶ ἄνθρωπον τέλειον τὸν κυριακὸν ἄνθρωπον γνωριζόμενον, καὶ διὰ τῆς ψυχώσεως τῆς μετὰ τὴν νέκρωσιν πάλιν λόγον προβαλλόμενον, πάλιν ἐμψύχως λαλοῦντα διὰ τῆς ζωτικῆς καὶ λογιστικῆς τῆς νοερᾶς αὐτοῦ ψυχῆς ἐνεργείας, πάλιν διδάσκοντα μετὰ τὴν ψύχωσιν, ἅπερ ἐν τῷ τάφῳ οὐκ ἐφθέγγετο διὰ τὴν ἄψυχον νέκρωσιν καὶ τῆς ζωτικῆς ἐνεργείας τῆς ψυχῆς στέρησιν καὶ διάζευξιν. Ἡ γὰρ θεία καὶ ἀναλλοίωτος καὶ ἀδιάβλητος ἐνέργεια οὔτε νεκροῦται, οὔτε σιγᾷ, οὔτε ἠρεμεῖ, οὔτε παύεται, οὔτε θνῄσκει, οὔτε ἀναζῇ, οὔτε ἀποψύχει, οὔτε ἀναψυχοῦται, οὔτε ἐκ φθορᾶς εἰς ἀφθαρσίαν ἀλλάττεται, οὔτε παύεται καὶ πάλιν ἄρχεται, οὔτε περιγράφεται, οὔτε ἐκπορεύεται ἀπὸ σώματος καὶ πάλιν εἰσπορεύεται, οὔτε ποτὲ μὲν ὁρᾷ, ποτὲ δὲ οὐχ ὁρᾷ, ὥσπερ τὸ τοῦ Χριστοῦ ὄμμα νεκρωθὲν ἐκέκλειστο.
Μετάφραση
Και ότι η ζωοποιός ενέργεια της λογικής μας ψυχής ζωοποιεί το σώμα, το μαρτυρεί η θεία Γραφή, όταν λέγει ότι «ο Θεός ενεφύσησε στον άψυχο χοῦ που έπλασε πνοή ζωής, και ο άνθρωπος έγινε ψυχή ζώσα». Γι’ αυτό και ο θείος Σολομών, ελέγχοντας τους ασεβείς, λέγει: «Η ζωή τους είναι πιο άτιμη κι από τον πηλό, γιατί αγνόησαν Εκείνον που τους έδωσε ψυχή ενεργό και τους ενέπνευσε πνεύμα ζωτικό». Όπως και ο ίδιος ο Χριστός λέγει για τη ζωοποιό ψυχική μας ενέργεια: «Η σάρκα δεν ωφελεί σε τίποτε· το πνεύμα είναι εκείνο που ζωοποιεί». Ιδού λοιπόν: αυτή τη ζωοποιό ενέργεια της ψυχής, για την οποία ο ίδιος έδωσε μαρτυρία, την ομολογούμε ως ανθρώπινη ενέργεια μέσα σ’ Αυτόν, βλέποντας ότι το πανάγιο σώμα Του, αν και κατά τον μέγιστο βαθμό υπήρξε, χωρίς σπορά, έμψυχο από την αγία Αειπάρθενο με τρόπο νεότερο και ξένο προς τους όρους και τους νόμους της φύσεως, όμως παρ’ όλα αυτά ζωοποιούνταν σύμφωνα με τον θεόδοτο νόμο της φύσεως από τη συγκτιστή με αυτό ψυχή Του. Και πάλι, όταν αυτή χωρίστηκε από αυτό επάνω στον σταυρό, το βλέπαμε αμέσως νεκρό κατά το ανθρώπινο μέτρο, ακίνητο και ανενέργητο· έπειτα όμως, με την επάνοδο της ψυχής κατά την τρίτη ημέρα, το βλέπουμε να ζωοποιείται, να κινείται, να ανασταίνεται και να εξέρχεται από τον τάφο, και τον κυριακό άνθρωπο να αναγνωρίζεται ως τέλειος άνθρωπος· και, με την εκ νέου εμψύχωσή του μετά τη νέκρωση, να προφέρει πάλι λόγο, να μιλά πάλι εμψύχως διά της ζωτικής και λογιστικής ενέργειας της νοερής ψυχής Του, να διδάσκει πάλι μετά την επανεμψύχωση εκείνα που μέσα στον τάφο δεν εξέφερε, εξαιτίας της άψυχης νεκρώσεως και της στερήσεως και διαζεύξεως από τη ζωτική ενέργεια της ψυχής. Διότι η θεία και αναλλοίωτη και αδιάβλητη ενέργεια ούτε νεκρώνεται ούτε σιωπά ούτε ησυχάζει ούτε παύεται ούτε πεθαίνει ούτε αναζεί ούτε αποψύχεται ούτε αναψυχώνεται ούτε μεταβάλλεται από φθορά σε αφθαρσία ούτε παύει και πάλι αρχίζει ούτε περιγράφεται ούτε εκπορεύεται από σώμα και πάλι εισπορεύεται ούτε άλλοτε βλέπει και άλλοτε δεν βλέπει, όπως το μάτι του Χριστού, όταν νεκρώθηκε, ήταν κλεισμένο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου χρήσεις σαφῶς δεικνῦσαι ὅτι καὶ χωρὶς τῆς ἀνθρωπότητος ὁ Χριστὸς διαφόρους ἐνεργείας ἔχει κατὰ τὴν τοῦ λόγου θεότητα.}