Ταλαίπωροι δὲ, καὶ ἐν νεκροῖς αἱ ἐλπίδες αὐτῶν, οἵτινες ἐκάλεσαν θεοὺς ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων, χρυσὸν καὶ ἄργυρον, τέχνης ἐμμελετήματα, καὶ ἀπεικάσματα ζώων, ἢ λίθων ἀχρήστων.» «Τὸ χειροποίητον ἐπικατάρατον, καὶ ὁ ποιήσας αὐτὸ, ὅτι ὁ μὲν εἰργάσατο, τὸ δὲ φθαρτὸν, Θεὸν ὠνόμασεν. Ἐν ἴσῳ μισητὰ Θεῷ, καὶ ὁ ἀσεβῶν, καὶ ἡ ἀσέβεια αὐτοῦ. Καὶ γὰρ τὸ πραχθὲν σὺν τῷ δράσαντι ἐξολοθρευθήσονται.» «Κριτὴς ὁ πηλουργὸς, καὶ ὁ κακόμοχθος, θεὸν μάταιον ἐκ τοῦ αὐτοῦ πλάσσει πηλοῦ· ὃς πρὸ μικροῦ ἐκ γῆς γεννηθεὶς, μετ᾽ ὀλίγον πορεύεται εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθη, τὸ τῆς ψυχῆς ἀπαιτηθεὶς χρέος. Ἀλλ᾽ ἔστιν αὐτῷ φροντὶς, οὐχ ὅτι μέλλει κάμνειν, οὐδ᾽ ὅτι βραχυτελῆ βίον ἔχει· ἀλλ᾽ ἀντερείδεται μὲν χρυσουργοῖς καὶ ἀργυροχόοις, χαλκοπλάστας τε μιμεῖται, καὶ δόξαν ἡγεῖται, ὅτι κίβδηλα πλάσσει.
Μετάφραση
«Είναι δε ταλαίπωροι, και οι ελπίδες τους βρίσκονται στους νεκρούς, αυτοί που ονόμασαν θεούς τα έργα των χεριών των ανθρώπων, τον χρυσό και τον άργυρο, τα επινοήματα της τέχνης, και τα ομοιώματα ζώων, ή τις άχρηστες πέτρες.» «Το χειροποίητο όμως είναι καταραμένο, όπως και εκείνος που το κατασκεύασε, διότι αυτός μεν το φιλοτέχνησε, αυτό δε, αν και φθαρτό, το ονόμασε Θεό. Εξίσου μισητά ενώπιον του Θεού είναι και ο ασεβής και η ασέβειά του. Διότι το κατασκεύασμα θα εξολοθρευτεί μαζί με εκείνον που το έφτιαξε.» «Ο πηλουργός γίνεται κριτής, και με κακό μόχθο πλάθει έναν μάταιο θεό από τον ίδιο πηλό· αυτός που πριν από λίγο γεννήθηκε από το χώμα, μετά από λίγο πορεύεται προς το χώμα από το οποίο ελήφθη, όταν του ζητηθεί πίσω το χρέος της ψυχής του. Αλλά δεν τον απασχολεί ότι πρόκειται να πεθάνει, ούτε ότι έχει βραχύβια ζωή· αντίθετα, συναγωνίζεται τους χρυσοχόους και τους αργυροχόους, μιμείται τους χαλκουργούς, και θεωρεί δόξα το ότι πλάθει κίβδηλα κατασκευάσματα.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες