Δεῦρο τοίνυν καὶ ἡμεῖς δίκην ἀστέρος βραχυτάτου ὑπολάμψαντες, τὰς ἀστραπὰς τῶν εὐαγγελικῶν νοημάτων σαφῶς ὑμῖν ὑποδείξωμεν. Ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι, φησὶ, τῷ Κυρίῳ· Δαιμόνιον ἔχεις· ὁ δὲ, Μὴ κρίνετε κατ᾽ ὄψιν, ἀλλὰ τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνατε. Ὦ Ἰουδαῖοι, ἐμὲ λέγετε δαιμόνιον ἔχειν· συγκρίνατε τὰ ἔργα τὰ ἐμὰ τοῖς ὑμετέροις, καὶ ἐν τῷ γνώμονι τῆς συνειδήσεως ὑμῶν διερευνήσαντες, εἴπατε, τίς ἄρα ἔχει δαιμόνιον, ἐγὼ, ἢ ὑμεῖς; Μὴ κρίνετε κατ᾽ ὄψιν, ἀλλὰ τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνατε. Ὑμεῖς διὰ θαλάσσης Ἐρυθρᾶς, ὡς διὰ χλοηφόρου πεδίου διελθόντες, καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐν ἀφράστῳ γλυκάσματος μεταποιούμενον ἐδέξασθε ὕδωρ ἐκ πέτρας, καὶ ἐκ μέσου ἀέρος ὀρτυγομήτραν προσπίπτουσαν· καὶ μετὰ τὴν τοσούτων καὶ πλειόνων ἄλλων ἀγαθῶν παροχὴν, Μωϋσέως εἰς τὸ ὄρος ἀναδραμόντος, μοσχοποιήσαντες, τῷ λεγεῶνι τῶν δαιμόνων προσεκυνήσατε· ἐγὼ δὲ ἐλθὼν τὸν λεγεῶνα τῶν δαιμόνων ἀπὸ τῆς ἀνθρωπότητος ἀπήλασα. Τίς οὖν ἔχει δαιμόνιον, ἐγὼ, ἢ ὑμεῖς; εἴπατε. Μὴ κρίνετε κατ᾽ ὄψιν, ἀλλὰ τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνατε. Ὑμεῖς τοὺς υἱοὺς ὑμῶν καὶ τὰς θυγατέρας τοῖς δαιμονίοις θύετε, ἐγὼ δὲ τὸν υἱὸν τῆς χήρας καὶ τὴν θυγατέρα τοῦ ἀρχισυναγώγου τεθνεῶτας ἀνέστησα· τὸν μὲν λάρνακι κατακείμενον ἁφῇ χειρὸς, τὴν ἰαματικὴν δύναμιν πρὸς τὸν ἔνδοθεν κείμενον ἐκπέμψας, ὑγίασα· τὴν δὲ ῥήματι ἐκ θανάτου, ὡς ἐξ ὕπνου, ἤγειρα.
Μετάφραση
Ελάτε, λοιπόν, και εμείς, λάμποντας αμυδρά σαν ένας μικρότατος αστέρας, να σας υποδείξουμε με σαφήνεια τις αστραπές των ευαγγελικών νοημάτων. Έλεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι στον Κύριο: «Έχεις δαιμόνιο»· Εκείνος όμως απάντησε: «Μην κρίνετε κατ' όψιν, αλλά την δίκαιη κρίση να κρίνετε». Ω Ιουδαίοι, για εμένα λέτε ότι έχω δαιμόνιο; Συγκρίνετε τα δικά μου έργα με τα δικά σας, και αφού τα ερευνήσετε με τον γνώμονα της συνειδήσεώς σας, πείτε, ποιος άραγε έχει δαιμόνιο, εγώ ή εσείς; Μην κρίνετε κατ' όψιν, αλλά την δίκαιη κρίση να κρίνετε. Εσείς, αφού διασχίσατε την Ερυθρά Θάλασσα σαν να ήταν χλοερή πεδιάδα, λάβατε στην έρημο νερό από την πέτρα που μεταβλήθηκε σε ανέκφραστη γλυκύτητα, και ορτύκια που έπεφταν από τον ουρανό· και έπειτα από την παροχή τόσων και ακόμη περισσότερων αγαθών, όταν ο Μωυσής ανέβηκε στο όρος, εσείς κατασκευάσατε τον μόσχο και προσκυνήσατε τη λεγεώνα των δαιμόνων. Εγώ όμως, όταν ήλθα, έδιωξα τη λεγεώνα των δαιμόνων από την ανθρωπότητα. Ποιος λοιπόν έχει δαιμόνιο, εγώ ή εσείς; Πείτε μου. Μην κρίνετε κατ' όψιν, αλλά την δίκαιη κρίση να κρίνετε. Εσείς θυσιάζετε τους γιους και τις κόρες σας στα δαιμόνια, εγώ όμως ανέστησα τον γιο της χήρας και την κόρη του αρχισυναγώγου, ενώ ήταν νεκροί. Τον πρώτο, ενώ κειτόταν στο φέρετρο, με το άγγιγμα του χεριού μου και εκπέμποντας την ιαματική δύναμη σε αυτόν που βρισκόταν μέσα, τον θεράπευσα· τη δεύτερη, με έναν λόγο την σήκωσα από τον θάνατο, σαν από ύπνο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες