Ἀλλ᾽ ἡ Ἐκκλησία τἀναντία τοῖς ἐχθροῖς τοῦ Χριστοῦ φρονοῦσα, εἰς αὐτοῦ πρόσωπον ἀνεφώνει λέγουσα ἐν ὕμνοις· «Μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματός σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ·» καὶ, «Μύρον ἐκκενωθὲν ὅνομά σου.» Πεπεισμένη κεχαρίσθαι αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα. <Καὶ εἰ εἰσεπορεύετο τοῦ ἰδεῖν, μάτην ἐλάλει> (A f. 224) Περιΐστησι τὸν λόγον ἡ προφητεία εἰς τὸν Ἰούδαν, ὡς μαθητὴν μὲν εἰσιόντα, πονηρὰ δὲ κατὰ τοῦ Κυρίου διαλεγόμενον καὶ διανοούμενον, καὶ Ἰουδαίοις συνταττόμενον τοῖς τὰς πονηρὰς ἐπὶ τῷ Κυρίῳ βουλευομένοις βουλὰς, καὶ παρὰ τὸν νόμον ἀποκτεῖναι τὸν ἀθῶον ὄντως σπεύδουσα. Οἱ μὲν οὖν ἄλλοι, φησὶν, ἐχθροὶ μονονουχὶ λέγοντες, Βαρὺς ἡμῖν ἐστι καὶ βλεπόμενος, θάνατον αὐτῷ κατεσκεύαζον· ὁ δὲ Ἰούδας εἰσεπορεύετο ὡς οἰκεῖος τοῦ κατασκοπῆσαι· ἐκαιροφυλάκει γὰρ τὸν προδοσίας καιρὸν, τοὺς ἀνόμους περὶ ταύτης ἀνακινῶν καὶ συνάγων λογισμούς.
Μετάφραση
Αλλά η Εκκλησία, φρονώντας τα αντίθετα από τους εχθρούς του Χριστού, αναφωνούσε απευθυνόμενη στο πρόσωπό του λέγοντας μέσα από ύμνους: «Θα μνημονεύω το όνομά σου σε κάθε γενεά και γενεά»· και, «Το όνομά σου είναι μύρο που χύθηκε». Ούσα πεπεισμένη ότι του έχει χαριστεί όνομα το οποίο είναι πάνω από κάθε όνομα. <Και αν εισερχόταν για να δει, μάταια μιλούσε> (A f. 224) Η προφητεία στρέφει τον λόγο της προς τον Ιούδα, ο οποίος εισερχόταν μεν ως μαθητής, αλλά συζητούσε και διανοούνταν πονηρά πράγματα κατά του Κυρίου, και συντασσόταν με τους Ιουδαίους που μηχανεύονταν πονηρές βουλές εναντίον του Κυρίου, και έσπευδαν παρά τον νόμο να σκοτώσουν τον όντως αθώο. Οι μεν άλλοι εχθροί, λέει, σαν να έλεγαν «Μας είναι βαρύς ακόμη και να τον βλέπουμε», του ετοίμαζαν τον θάνατο· ο δε Ιούδας εισερχόταν ως οικείος για να τον κατασκοπεύσει· διότι καιροφυλακτούσε για την κατάλληλη στιγμή της προδοσίας, ανακινώντας και συγκεντρώνοντας άνομους λογισμούς γύρω από αυτήν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες