Πότε ἀποθανεῖται καὶ ἀπολεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ; Βαρύς ἐστιν ἡμῖν καὶ βλεπόμενος γάρ. Καὶ εἰ εἰσεπορεύετο τοῦ ἰδεῖν, μάτην ἐλάλει. Ταῦτα περὶ τοῦ Ἰούδα φησίν. Ὃ δὲ λέγει τοιοῦτόν ἐστιν· Ἐσχηκὼς εἴσοδον πρός με, διὰ τὸ τετάχθαι ἐν μαθηταῖς, δίγλωσσος καὶ πολυπράγμων ἦν· ἐλάλει γὰρ μάτην, τουτέστιν οὐκ ἀληθὴς ἦν. Ἡ καρδία αὐτοῦ συνήγαγεν ἀνομίαν ἑαυτῷ. Ἐκεκρίκει, φησὶ, παραδοῦναι τοῖς φθονοῦσιν ἐμέ. Ἐξεπορεύετο ἔξω, καὶ ἐλάλει ἐπὶ τὸ αὐτό· τὸ, Τί θέλετέ μοι δοῦναι, κἀγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν;
Μετάφραση
«Πότε θα πεθάνει και θα χαθεί το όνομά του; Διότι μας είναι ανυπόφορος ακόμη και να τον βλέπουμε. Και αν εισερχόταν για να με δει, μιλούσε μάταια». Αυτά τα αναφέρει για τον Ιούδα. Αυτό δε που λέει έχει την εξής έννοια: Έχοντας ελεύθερη είσοδο σε εμένα, λόγω του ότι είχε συγκαταλεχθεί στους μαθητές, ήταν διπρόσωπος και ραδιούργος· διότι μιλούσε μάταια, δηλαδή δεν ήταν ειλικρινής. Η καρδιά του συσσώρευσε ανομία μέσα της. Είχε πάρει την απόφαση, λέει, να με παραδώσει σε αυτούς που με φθονούσαν. Έβγαινε έξω και συμφωνούσαν από κοινού· λέγοντας το: «Τι θέλετε να μου δώσετε, και εγώ θα σας τον παραδώσω;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες