Τοῦ 〈αὐτοῦ〉 Ἀθανασίου, ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας, εἰς τό· «πορεύεσθε εἰς τὴν κατέναντι κώμην καὶ εὑρήσετε ὄνον δεδεμένην καὶ πῶλον μετ᾽ αὐτῆς· λύσαντες ἀγάγετέ μοι.» Πάλιν ἡμᾶς εὐεργετῶν ὁ κύριος καὶ τὴν οἰκείαν ἑαυτοῦ εἰς ἡμᾶς ἐκτείνων χάριν ὁμοῦ καὶ διὰ τῆς ἑαυτοῦ διδασκαλίας τὰς ἡμετέρας διεγείρει ψυχάς. τοῖς γὰρ ἐν τῷ βίῳ τούτῳ μοχθήσασι καὶ περισπασθεῖσιν ἐν τοῖς αὐτοῦ πράγμασιν ὁ θεὸς τὸν αἰῶνα τοῦτον ἐν καρδίᾳ δέδωκεν, ὅπως γνόντες γνώσονται οἱ ἄνθρωποι, ὅτι οὐ τοὺς αἰῶνας διαμένουσιν, ἀλλὰ τὸν αἰῶνα τοῦτον φαντάζονται. ἵνα οὖν καὶ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος πρόνοιαν ποιήσωνται, ἔμφυτον ἡμῖν μάθησιν διὰ τοῦ αὐτεξουσίου ἐχαρίσατο. πάντες οὖν οἱ ἄνθρωποι σοφοί τε καὶ ἄφρονες, ἄρχοντες καὶ ἰδιῶται, πλούσιοι καὶ πένητες, ἴσασιν, ὅτι θάνατος πάντας διαδέξεται. τοῦτο γάρ ἐστι τὸ τὸν αἰῶνα τοῦτον φαντάζεσθαι, τουτέστιν ἕκαστον τὸ ἑαυτοῦ τέλος πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχειν. πολλοὶ δὲ καὶ τοῦτο εἰδότες, ὅτι θάνατος αὐτοὺς διαδέξεται, οἴονται μετὰ τοῦτον τὸν αἰῶνα ἔσεσθαι ὡς οὐχ ὑπάρξαντες. οἷοι ἦσαν οἱ εἰπόντες· «ὀλίγος ἐστὶ καὶ λυπηρὸς ὁ βίος ἡμῶν καὶ οὐκ ἔστιν ἀναποδισμὸς τῆς τελευτῆς ἡμῶν. δεῦτε οὖν,» φησί, «καὶ ἀπολαύσωμεν τῶν ὄντων ἀγαθῶν· οἴνου πολυτελοῦς καὶ μύρων ἐμπλησθῶμεν.» τούτους δὲ καὶ ὁ θεσπέσιος Παῦλος διατίθησι λέγοντας· «φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν.»
Μετάφραση
Του ίδιου Αθανασίου, αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, στο: «Πηγαίνετε στο απέναντι χωριό και θα βρείτε μια δεμένη όνο και ένα πουλάρι μαζί της· λύστε τα και φέρτε τα σε εμένα». Πάλι ο Κύριος μας ευεργετεί και, εκτείνοντας τη δική Του χάρη προς εμάς, ταυτόχρονα διεγείρει τις ψυχές μας μέσω της διδασκαλίας Του. Διότι σε εκείνους που έχουν μοχθήσει σε αυτόν τον βίο και έχουν περισπαστεί με τα πράγματά του, ο Θεός έθεσε στην καρδιά τους την επίγνωση αυτού του αιώνα, ώστε οι άνθρωποι, κατανοώντας, να γνωρίσουν ότι δεν θα παραμείνουν αιώνια, αλλά ότι απλώς αντικρίζουν την εικόνα τούτου του αιώνα. Ώστε, λοιπόν, να προνοήσουν και για τον μέλλοντα αιώνα, μας χάρισε έμφυτη γνώση μέσω του αυτεξουσίου. Όλοι λοιπόν οι άνθρωποι, σοφοί και άφρονες, άρχοντες και απλοί πολίτες, πλούσιοι και φτωχοί, γνωρίζουν ότι ο θάνατος θα βρει τους πάντες. Διότι αυτό ακριβώς σημαίνει το να βλέπουν ως εικόνα αυτόν τον αιώνα, το να έχει δηλαδή ο καθένας το δικό του τέλος μπροστά στα μάτια του. Πολλοί, όμως, αν και γνωρίζουν ότι θα τους καταλάβει ο θάνατος, νομίζουν πως μετά από αυτόν τον αιώνα θα είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Τέτοιοι ήταν εκείνοι που είπαν: «Σύντομος και γεμάτος λύπη είναι ο βίος μας και δεν υπάρχει επιστροφή μετά το τέλος μας. Ελάτε, λοιπόν», λέει, «και ας απολαύσουμε τα παρόντα αγαθά· ας χορτάσουμε από εκλεκτό κρασί και μύρα». Τέτοιους ανθρώπους παρουσιάζει και ο θεσπέσιος Παύλος να λένε: «Ας φάμε και ας πιούμε, διότι αύριο πεθαίνουμε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες