Καίτοι γὰρ ὄντος υἱοῦ, φημὶ δὴ τοῦ Ἰσμαὴλ, ἄτεκνον ἑαυτὸν ὠνόμαζεν ὁ θεσπέσιος Ἀβραάμ. Οἶδεν οὖν ἄρα καὶ μάλα σαφῶς ἡ φύσις, ὅτι μηδὲ υἱὸς ὅλως ὀνομάζοιτο ἂν εἰκότως, ὁ ἐκ κιβδήλων τε καὶ νόθων ἀναφὺς νυμφευμάτων. «Οὐ γὰρ δώσει ῥίζαν εἰς βάθος,» κατὰ τὸ γεγραμμένον. Ὅτι δὲ, κἂν εἰ γένοιτό ποτε τέκνον ἐκ θεραπαίνης τισὶ, ψυχρόν τε καὶ ἕωλον τὸ χρῆμά που πάντως, καὶ οὐκ ἂν ἐλευθέροις καταγράφοιτο θυμηδίας, προσαπέδειξε λέγων· «Ὁ δὲ υἱὸς Μασὲκ τῆς οἰκογενοῦς μου, οὗτος Δαμασκὸς Ἐλιέζερ.» Τουτέστι, Γενήσεταί μοι λοιπὸν ὁ ἐκ τῆς οἰκογενοῦς, αἵματος φίλημα. Τοῦτο γάρ ἐστι τὸ, Δαμασκός. Καταλογισθήσεται δὲ καὶ εἰς ἀντίληψιν καὶ ἐπικουρίαν τὴν παρὰ Θεοῦ. Τοῦτο γὰρ πάλιν τὸ Ἐλιέζερ. Ὅμοιον οὖν ὡς εἰ λέγει σαφῶς· Ἀνθ᾽ αἵματος τοῦ γνησίου καὶ ἀγάπης τῆς* αὐτὸ, αἵματος φίλημα καὶ ἀντίληψις ἡ παρὰ Θεοῦ καθάπερ ἐξ ἀνάγκης ὁ οἰκογενής μου γενήσεται· ἔσται δέ μου καὶ κληρονόμος. «Τί οὖν μοι δώσεις;» Εἰ μὴ γνήσιον ἔχοιμι τὸν διαδεξόμενον, ὑπὸ μῶμον ἔσται πάντῃ τε καὶ πάντως ὁ σὸς Ἀβραὰμ, ὦ Δέσποτα. Τέκνων γὰρ ἔρημος ἀπαλλάττεται τῶν ἀληθινῶν καὶ ἐξ ἐλευθέρας.
Μετάφραση
Αν και υπήρχε γιος, αναφέρομαι βέβαια στον Ισμαήλ, ο θεσπέσιος Αβραάμ ονόμαζε τον εαυτό του άτεκνο. Γνωρίζει λοιπόν πάρα πολύ καλά η φύση, ότι δεν θα μπορούσε εύλογα να ονομαστεί καν γιος, αυτός που προέρχεται από κίβδηλους και νόθους γάμους. «Διότι δεν θα βγάλει ρίζα σε βάθος», σύμφωνα με ό,τι έχει γραφτεί. Ότι δε, ακόμα και αν αποκτούσε κανείς ποτέ τέκνο από δούλη, το πράγμα αυτό θα ήταν οπωσδήποτε ψυχρό και έωλο, και δεν θα μπορούσε να λογαριαστεί ως χαρά για τους ελεύθερους, το απέδειξε επιπλέον λέγοντας: «Ο δε γιος της Μασέκ της οικιακής μου δούλης, αυτός είναι ο Δαμασκός Ελιέζερ». Δηλαδή, θα γίνει λοιπόν για μένα αυτός που προέρχεται από την οικιακή δούλη, φίλημα αίματος. Διότι αυτό σημαίνει το «Δαμασκός». Θα λογιστεί επίσης ως βοήθεια και συνδρομή από τον Θεό. Διότι αυτό πάλι σημαίνει το «Ελιέζερ». Είναι σαν να λέει δηλαδή με σαφήνεια: Αντί για το γνήσιο αίμα και την αντίστοιχη αγάπη, ο οικιακός μου δούλος θα γίνει, σαν από ανάγκη, φίλημα αίματος και βοήθεια από τον Θεό· και θα είναι και κληρονόμος μου. «Τι θα μου δώσεις λοιπόν;» Αν δεν έχω γνήσιο διάδοχο, θα είναι εντελώς και οπωσδήποτε υπό ψόγο ο δικός σου Αβραάμ, ω Δέσποτα. Διότι φεύγει από τη ζωή έρημος από αληθινά παιδιά που να προέρχονται από ελεύθερη γυναίκα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες