Ἀλλὰ 〈μάταια ἐλάλησεν ἕκαστος πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ.〉 Ὃν γὰρ ἀποκτεῖναι διὰ βασκανίαν ἠθέλησαν, τοῦτον διὰ λιμὸν προσεκύνησαν ὡς οὐ προσεδόκησαν. Καὶ διὰ τί 〈ἐκλέλοιπεν ὅσιος; Ὅτι ὠλιγώθησαν αἱ ἀλήθειαι,〉 ἐπειδὴ 〈μάταια ἐλάλησεν ἕκαστος πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ〉 λέγων· Ἄρτι οὐδὲν ὠφελοῦνται οἱ ἀληθεύοντες· νῦν οἱ ψευδόμενοι τὰ μεγάλα δύνανται. Εἰ μὴ δὲ 〈μάταια ἐλάλησεν ἕκαστος πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ,〉 οὐκ ἂν 〈ὠλιγώθησαν αἱ ἀλήθειαι,〉 οὐκ ἂν 〈ἐκλέλοιπεν ὅσιος.〉 Ὅσιος δέ ἐστιν ὁ εὐσεβὴς καὶ τὰ πρέποντα καὶ ὡς δεῖ θεῷ προσφέρων ὡς Ἄβελ, ἀλλ᾽ οὐκ ὀνειδίζων ὡς Κάϊν. 〈Οἱ γὰρ φυλάξαντες ὁσίως τὰ ὅσια ὁσιωθήσονται,〉 ὥστε ἔστι καὶ ἀνοσίως ποιεῖν τὰ ὅσια. 〈Οἴμοι ψυχή,〉 ἔλεγεν ἄλλος, 〈ὅτι ἀπόλωλεν εὐσεβὴς ἀπὸ τῆς γῆς.〉 Τί λέγεις, Δαυίδ; 〈Ἐκλέλοιπεν ὅσιος,〉 καὶ πῶς ὁ κόσμος συνέστηκεν; Οἱ κίονες ἔπεσον, καὶ πῶς ἡ οἰκία οὐ κατέπεσεν; Αἱ λαμπάδες ἐσβέσθησαν, καὶ πῶς ἡ σκοτία φωτίζεται;
Μετάφραση
Αλλά «μάταια μίλησε ο καθένας προς τον πλησίον του». Διότι αυτόν που ήθελαν να σκοτώσουν από φθόνο, αυτόν εξαιτίας της πείνας τον προσκύνησαν, όπως δεν το περίμεναν. Και γιατί «εξέλιπε ο όσιος; Διότι λιγόστεψαν οι αλήθειες», επειδή «μάταια μίλησε ο καθένας προς τον πλησίον του» λέγοντας: Τώρα δεν ωφελούνται καθόλου όσοι λένε την αλήθεια· τώρα αυτοί που ψεύδονται μπορούν να καταφέρουν μεγάλα πράγματα. Αν δεν είχε «μάταια μιλήσει ο καθένας προς τον πλησίον του», δεν θα είχαν «λιγοστέψει οι αλήθειες», ούτε θα είχε «εκλείψει ο όσιος». Όσιος δε είναι ο ευσεβής και αυτός που προσφέρει στον Θεό τα πρέποντα και με τον τρόπο που πρέπει, σαν τον Άβελ, και όχι αυτός που προσβάλλει σαν τον Κάιν. «Διότι εκείνοι που διαφύλαξαν οσίως τα όσια θα αγιαστούν», ώστε είναι δυνατόν να πράττει κανείς τα όσια και με ανόσιο τρόπο. «Αλίμονο ψυχή», έλεγε άλλος, «διότι χάθηκε ο ευσεβής από τη γη». Τι λες, Δαβίδ; «Εξέλιπε ο όσιος», και πώς ο κόσμος στέκεται όρθιος; Οι κίονες έπεσαν, και πώς το σπίτι δεν κατέρρευσε; Οι λαμπάδες έσβησαν, και πώς το σκοτάδι φωτίζεται;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες