ΙΣΙΔΩΡΩΙ ΕΠΙΣΚΟΠΩΙ Τί ἐστιν, ἔφης, τὸ ἐν τοῖς εὐαγγελίοις εἰρημένον περὶ τοῦ νομικοῦ· Ὁ δὲ θέλων ἑαυτὸν δικαιῶσαι εἶπεν· «Καὶ τίς ἐστί μου πλησίον;» Ἄκουσον τοίνυν. Ὁ νομικὸς πλησίον μόνον ἐνόμιζεν εἶναι τὸν δίκαιον τῷ δικαίῳ, τὸν ὑψηλὸν τῷ ὑψηλῷ, κατ’ ἀρετήν φημι. Οὐ γὰρ τῇ οὐσίᾳ μίᾳ οὔσῃ, τὸν πλησίον ἔκρινεν, ἀλλ’ ἢ τοῖς ἀξιώμασιν, ἢ ταῖς πράξεσι. Διὸ καὶ θέλων ἑαυτὸν δικαιῶσαι, τουτέστι δίκαιον ἀποδεῖξαι, ὡς ὑψηλὸς εἴη κατὰ τὴν ἀρετὴν ἢ μέγας κατὰ τὸ διδάσκαλος εἶναι φησί· «Καὶ τίς ἐστί μου πλησίον; Δεῖξόν μοι τὸν οὕτω μέγαν.» Ὁ δὲ Σωτήρ, ἅτε δὴ ποιητὴς (μικρὸν γὰρ καὶ μέγαν αὐτὸς ἐποίησεν) οὐ ταῖς πράξεσιν, οὐδὲ τοῖς ἀξιώμασιν, ἀλλὰ τῇ φύσει ὡρίσατο τὸν πλησίον, μονονουχὶ λέγων· «Οὔπω σοι τέως λέγω ὅτι οὐδὲν τῶν ἄλλων διενήνοχας, ἵνα μὴ οἱ ὄντως φιλάρετοι νομίσοιεν μὴ χρεωστεῖν τοῖς πέλας τὴν ἀγάπην, δόγμα τὸν σὸν ἔλεγχον νομίσαντες εἶναι· ἀλλ’ εἰ καὶ οὕτως ἔχει—δεδόσθω γάρ—σὺ σπούδασον τοῦ δεομένου γενέσθαι πλησίον, οὐ τῷ τόπῳ μόνον, ἀλλὰ καὶ τῇ διαθέσει καὶ τῇ εἰς αὐτὸν ἐπιμελείᾳ. Διὰ γὰρ τοῦτο καὶ τὸν Σαμαρείτην σοι ἐχαρακτήρισα. Τὸ γὰρ πλησίον τῇ φύσει κρίνεται, οὐ τῇ ἀρετῇ· τῇ οὐσίᾳ, οὐ τῷ ἀξιώματι· τῇ συμπαθείᾳ, οὐ τῷ τόπῳ· τῷ τῆς θεραπείας τρόπῳ, καὶ οὐ τῇ τοῦ τόπου ἐγγύτητι. Ἐκεῖνον μάλιστα ἡγοῦ εἶναι πλησίον τὸν δεόμενον, καὶ αὐτεπάγγελτος ἐπὶ τὴν βοήθειαν βάδιζε.»
Μετάφραση
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΙΣΙΔΩΡΟ. Τι σημαίνει, ρώτησες, αυτό που έχει ειπωθεί στα Ευαγγέλια για τον νομικό: «Ο δε θέλων να δικαιώσει τον εαυτό του είπε: Και ποιος είναι ο πλησίον μου;». Άκουσε λοιπόν. Ο νομικός νόμιζε ότι πλησίον ήταν μόνο ο δίκαιος για τον δίκαιο, ο υψηλός για τον υψηλό, ως προς την αρετή εννοώ. Διότι δεν έκρινε τον πλησίον με βάση την ουσία, η οποία είναι μία, αλλά είτε με βάση τα αξιώματα είτε με βάση τις πράξεις. Γι' αυτό και θέλοντας να δικαιώσει τον εαυτό του, δηλαδή να αποδείξει τον εαυτό του δίκαιο, θεωρώντας ότι είναι υψηλός ως προς την αρετή ή μέγας λόγω του ότι είναι δάσκαλος, λέει: «Και ποιος είναι ο πλησίον μου; Δείξε μου αυτόν που είναι τόσο μέγας». Ο Σωτήρας όμως, ακριβώς επειδή είναι δημιουργός (διότι αυτός έπλασε και τον μικρό και τον μεγάλο), δεν όρισε τον πλησίον με βάση τις πράξεις, ούτε με βάση τα αξιώματα, αλλά με βάση τη φύση, λέγοντας σχεδόν τα εξής: «Προς το παρόν δεν σου λέω ότι σε τίποτα δεν διαφέρεις από τους άλλους, για να μην νομίσουν όσοι είναι όντως φιλάρετοι ότι δεν οφείλουν αγάπη στους συνανθρώπους τους, εκλαμβάνοντας την δική σου επίπληξη ως γενικό δόγμα· αλλά, ακόμη κι αν έχουν έτσι τα πράγματα —ας θεωρηθεί δεδομένο— εσύ φρόντισε να γίνεις πλησίον αυτού που έχει ανάγκη, όχι μόνο τοπικά, αλλά και με τη διάθεση και με τη φροντίδα προς αυτόν. Διότι γι' αυτό σου έφερα ως παράδειγμα και τον Σαμαρείτη. Επειδή η ιδιότητα του πλησίον κρίνεται από τη φύση, όχι από την αρετή· από την ουσία, όχι από το αξίωμα· από τη συμπόνια, όχι από τον τόπο· από τον τρόπο της φροντίδας, και όχι από την τοπική εγγύτητα. Εκείνον πρωτίστως να θεωρείς ότι είναι πλησίον, αυτόν που έχει ανάγκη, και να προστρέχεις σε βοήθεια με δική σου πρωτοβουλία».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες