ΤΙΤΛ. Βʹ. —Περὶ βουλῆς Θεοῦ· καὶ ὅτι ἄτρεπτος, καὶ ἀνέφικτος ἀνθρώποις ὑπάρχει. «Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν.» «Ὡς φοβερὸς ἐν βουλαῖς ὑπὲρ τοὺς υἱοὺς ἀνθρώπων.» «Πολλοὶ λογισμοὶ ἐν καρδίᾳ ἀνθρώπου· ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα.» «Ἃ ὁ Θεὸς ἅγιος βεβούλευται, τίς διασκεδάσει; καὶ τὴν χεῖρα τὴν ὑψηλὴν τίς ἀποστρέψει;» «Τάδε λέγει Κύριος Σαβαὼθ, λέγων· Ὃν τρόπον εἴρηκα, οὕτως ἔσται, καὶ ὃν τρόπον βεβούλευμαι, οὕτως μενεῖ.» —«Ποῦ εἰσιν οἱ σοφοί σου; καὶ ἀναγγειλάτωσάν σοι ὅ τι βεβούλευται Κύριος Σαβαώθ.» «Τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου, ἢ τίς σύμβουλος αὐτοῦ ἐγένετο, ὃς συμβιβάσει αὐτόν; ἢ πρὸς τίνα συνεβουλεύσατο, καὶ συνεβίβασεν αὐτόν; Θεὸς αἰώνιος ὁ κατασκευάσας τὰ ἄκρα τῆς γῆς. Οὐ πεινάσει, οὐδὲ κοπιάσει, οὐδὲ ἔστιν ἐξεύρεσις τῆς φρονήσεως αὐτοῦ.» «Ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς, καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλος πλὴν ἐμοῦ. Πᾶσα ἡ βουλή μου στήσεται, καὶ πάντα ὅσα βεβούλευμαι, ποιήσω· ἐλάλησα, καὶ ἤγαγον· ἔκτισα καὶ ἐποίησα αὐτό.» «Τὸ ῥῆμά μου ὃ ἐὰν ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ στόματός μου, οὐ μὴ ἀποστραφῇ πρός με κενὸν, ἕως ἂν συντελέσῃ πάντα ὅσα ἠθέλησα.» «Τίς ἀνδρῶν γνώσεται βουλὴν Θεοῦ; ἢ τίς ἐνθυμηθήσεται τί θέλει ὁ Κύριος; λογισμοὶ γὰρ θνητῶν δειλοὶ, καὶ ἐπισφαλεῖς αἱ ἐπίνοιαι αὐτῶν.
Μετάφραση
ΤΙΤΛΟΣ Βʹ. — Περί της βουλής του Θεού· και ότι είναι αμετάβλητη και ακατάληπτη στους ανθρώπους. «Ο Κύριος ματαιώνει τις βουλές των εθνών, και ακυρώνει τους λογισμούς των λαών.» «Πόσο φοβερός είναι στις βουλές του πάνω από τους υιούς των ανθρώπων.» «Πολλοί λογισμοί υπάρχουν στην καρδιά του ανθρώπου· η βουλή όμως του Θεού παραμένει στον αιώνα.» «Αυτά που έχει βουληθεί ο άγιος Θεός, ποιος θα τα ματαιώσει; Και το υψωμένο του χέρι ποιος θα το αποστρέψει;» «Αυτά λέγει ο Κύριος Σαβαώθ: Όπως έχω πει, έτσι θα γίνει, και όπως έχω βουληθεί, έτσι θα παραμείνει.» —«Πού είναι οι σοφοί σου; Ας σου αναγγείλουν τι έχει βουληθεί ο Κύριος Σαβαώθ.» «Ποιος γνώρισε τον νου του Κυρίου, ή ποιος έγινε σύμβουλός του, για να τον καθοδηγήσει; Ή με ποιον συνεβουλεύθη, και τον δίδαξε; Ο αιώνιος Θεός, που κατασκεύασε τα άκρα της γης. Δεν θα πεινάσει, ούτε θα κοπιάσει, ούτε είναι δυνατόν να εξιχνιαστεί η φρόνησή του.» «Εγώ είμαι ο Θεός, και δεν υπάρχει άλλος εκτός από εμένα. Όλη η βουλή μου θα σταθεί, και όλα όσα έχω βουληθεί, θα τα πράξω· μίλησα, και τα έφερα εις πέρας· έκτισα και το έπραξα.» «Ο λόγος μου, ο οποίος θα εξέλθει από το στόμα μου, δεν θα επιστρέψει σε εμένα κενός, μέχρις ότου συντελέσει όλα όσα θέλησα.» «Ποιος από τους ανθρώπους θα γνωρίσει τη βουλή του Θεού; Ή ποιος θα αναλογιστεί τι θέλει ο Κύριος; Διότι οι λογισμοί των θνητών είναι δειλοί, και επισφαλείς οι επινοήσεις τους.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες