Προσεκτέον δὴ οὖν, οὐχὶ τοῖς ἀποφθεγγομένοις τὰ μάταια, ψευδοεπέσι τε καὶ βωμολόχοις καὶ ἐνυπνιασταῖς· Θεῷ δὲ δὴ μᾶλλον τῷ καὶ εἰς νοῦν ἡμῖν ἐναστράπτοντι τῆς ἀληθοῦς θεογνωσίας τὸ φῶς, καὶ νοητοὺς ὑετοὺς καταχέοντι, τὰς διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος παρακλήσεις, λέγω, καὶ βοτάνην ἀναφύοντι τοῖς ἐν ἀγρῷ, τουτέστι πάλιν, εἰς εὐανθεστάτην ὥσπερ ἡμᾶς κατανέμοντι πόαν, τῆς θεοπνεύστου γραφῆς τὴν ἀμώμητον γνῶσιν. “Ἄνθρωπος μὲν γὰρ ἐν τιμῇ ὢν, οὐ συνῆκε, παρα- ”συνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς·” ἀλλ᾽ εἰ ἕλοι πως εἰς νοῦν τῶν θείων λογίων τὴν γνῶσιν, καὶ τροφῆς μετάσχοι τῆς πνευματικῆς, τότε δὴ τότε τὴν νωθείαν ἀποβαλὼν, ἐν τιμῇ πάλιν ἔσται, λογισμῷ τῷ σώφρονι διοικούμενος, καὶ τὴν ἀνθρώπῳ πρέπουσαν ἀναλαβὼν φρένα. <Ἐπὶ τοὺς ποιμένας παρωξύνθη ὁ θυμός μου, καὶ ἐπὶ τοὺς ἀμνοὺς ἐπισκέψομαι.> Ποιμένας ἐν τούτοις, καθάπερ ἐγῷμαι, τοὺς ψευδοπροφήτας καὶ ψευδομάντεις ἀποκαλεῖ, καὶ τοὺς τῆς ἀπάτης καθηγητὰς, ὄλεθρόν τε καὶ πάγην γεγονότας τισὶν οἳ, τῆς ἀληθοῦς ἐπὶ Θεοῦ δόξης ἡμαρτηκότες, τὴν αὐτῷ πρέπουσαν τιμὴν καὶ λατρείαν ἀνατεθείκασι τῇ κτίσει, “καὶ προσεκύνησαν τοῖς ”ἔργοις τῶν ἰδίων χειρῶν,” καθὰ γέγραπται.
Μετάφραση
Πρέπει λοιπόν να προσέχουμε, όχι αυτούς που ξεστομίζουν μάταια πράγματα, τους ψευδολόγους, τους βωμολόχους και τους ονειρομάντεις· αλλά μάλλον τον Θεό, ο οποίος αστράφτει στον νου μας το φως της αληθινής θεογνωσίας, και εκχέει νοητές βροχές, εννοώ τις παρηγοριές μέσω του Αγίου Πνεύματος, και αναβλαστάνει χορτάρι για εκείνους που βρίσκονται στον αγρό, δηλαδή πάλι, μας βόσκει σαν σε ολόανθιστο χορτάρι, στην άμωμη γνώση της θεόπνευστης Γραφής. Διότι «ο άνθρωπος, ενώ βρισκόταν σε τιμή, δεν το κατανόησε, εξισώθηκε με τα ανόητα κτήνη και ομοιώθηκε με αυτά»· αλλά αν τυχόν λάβει στον νου του τη γνώση των θείων λογίων, και μεταλάβει από την πνευματική τροφή, τότε ακριβώς αποβάλλοντας τη νωθρότητα, θα βρεθεί και πάλι σε τιμή, κυβερνώμενος από σώφρονα λογισμό, και αναλαμβάνοντας τον νου που αρμόζει στον άνθρωπο. «Εναντίον των ποιμένων οργίστηκε ο θυμός μου, και τους αμνούς θα επισκεφθώ.» Ποιμένες σε αυτά τα λόγια, όπως νομίζω, αποκαλεί τους ψευδοπροφήτες και τους ψευδομάντεις, και τους δασκάλους της απάτης, οι οποίοι έγιναν όλεθρος και παγίδα για κάποιους που, έχοντας αστοχήσει ως προς την αληθινή δόξα του Θεού, απέδωσαν την τιμή και τη λατρεία που του αρμόζει στην κτίση, «και προσκύνησαν τα έργα των ίδιων τους των χεριών», όπως έχει γραφτεί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες