Ὧδε μὲν γὰρ λέγεται κτίζειν· πρότερον δὲ ἔπλασεν, ὁ Ζαχαρίας φησίν· «Ἐκτείνων τὸν οὐρανὸν, καὶ θεμελιῶν τὴν γῆν, καὶ πλάσσων πνεῦμα ἀνθρώπου ἐν αὐτῷ·» ὃ γὰρ πρότερον ἔπλασε, τοῦτο πεπτωκὸς ἀνέκτισε, γενόμενος αὐτὸς ἐν τῷ κτίσματι, ὅτε ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο, «ἵνα,» ὡς ὁ Ἀπόστολος εἶπε, «τοὺς δύο κτίσῃ εἰς ἕνα καινὸν ἄνθρωπον, τὸν κατὰ Θεὸν κτισθέντα ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ὁσιότητι τῆς ἀληθείας.» Οὐ γὰρ ὡς ἑτέρου δημιουργηθέντος παρὰ τὸν ἐξ ἀρχῆς κατ᾽ εἰκόνα γενόμενον ἄνθρωπον ἔλεγεν· ἀλλὰ τὸν ἐν Χριστῷ κτισθέντα καὶ ἀνακαινισθέντα νοῦν συνεβούλευεν ἀναλαβεῖν· ὅπερ καὶ διὰ Ἰεζεκιὴλ πάλιν δηλοῦται, λέγοντος αὐτοῦ· «Ποιήσατε ἑαυτοῖς καρδίαν καινὴν καὶ πνεῦμα καινόν· καὶ ἵνα τί ἀποθνήσκετε, οἶκος Ἰσραήλ; Διότι οὐ θέλω τὸν θάνατον τοῦ ἀποθνήσκοντος, λέγει Ἀδωναῒ Κύριος.» Οὐκοῦν τοῦ κτιζομένου πνεύματος τοιαύτην ἔχοντος τὴν διάνοιαν, πρεπόντως ἂν νοηθείη καὶ ἡ στερεουμένη βροντὴ ὁ πιστὸς λόγος, καὶ ἀσάλευτος τοῦ πνεύματος ὁ νόμος. Τούτου γὰρ ὑπηρέτας εἶναι θέλων τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸν Ἰωάννην, ἐκάλεσεν ὁ Κύριος Βοανεργὲς, ὅ ἐστιν, υἱοὶ βροντῆς· ὅ γ᾽ οὖν Ἰωάννης ἀληθῶς ἀπ᾽ οὐρανοῦ βοᾷ· «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος.»
Μετάφραση
Διότι εδώ μεν λέγεται ότι κτίζει· προηγουμένως όμως έπλασε, όπως λέει ο Ζαχαρίας: «Αυτός που εκτείνει τον ουρανό και θεμελιώνει τη γη και πλάθει το πνεύμα του ανθρώπου μέσα του»· διότι αυτό που προηγουμένως έπλασε, αυτό, αφού εξέπεσε, το ανέκτισε, γινόμενος ο ίδιος εντός του κτίσματος, όταν ο Λόγος έγινε σάρκα, «για να», όπως είπε ο Απόστολος, «κτίσει τους δύο σε έναν καινούργιο άνθρωπο, ο οποίος έχει κτιστεί σύμφωνα με τον Θεό με δικαιοσύνη και οσιότητα της αλήθειας.» Διότι δεν ομιλούσε με την έννοια ότι δημιουργήθηκε κάποιος άλλος άνθρωπος πέρα από εκείνον που εξ αρχής έγινε κατ’ εικόνα (Θεού)· αλλά συμβούλευε να αναλάβουν τον εν Χριστώ κτισμένο και ανακαινισμένο νου· πράγμα που φανερώνεται πάλι και μέσω του Ιεζεκιήλ, όταν αυτός λέει: «Φτιάξτε για τον εαυτό σας καινούργια καρδιά και καινούργιο πνεύμα· και γιατί να πεθάνετε, οίκε του Ισραήλ; Διότι δεν θέλω τον θάνατο αυτού που πεθαίνει, λέει ο Κύριος Αδωναΐ.» Επομένως, εφόσον το κτιζόμενο πνεύμα έχει αυτή τη σημασία, ταιριαστά θα μπορούσε να νοηθεί και η στερεωμένη βροντή ως ο πιστός λόγος και ο ασάλευτος νόμος του πνεύματος. Διότι, θέλοντας ο Κύριος να γίνουν υπηρέτες αυτού (του λόγου) ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, τους ονόμασε Βοανεργές, που σημαίνει υιοί βροντής· γι’ αυτό, άλλωστε, ο Ιωάννης αληθινά βοά από τον ουρανό: «Στην αρχή ήταν ο Λόγος, και ο Λόγος ήταν προς τον Θεό, και Θεός ήταν ο Λόγος.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες