οἱ πατέρες ἡμῶν ἔφαγον τὸ μάννα ἐν τῇ ἐρήμῳ, ”καθώς ἐστι γεγραμμένον Ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἔδωκεν “αὐτοῖς φαγεῖν·” ποτὲ δὲ δὴ αὖ “Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ”Μωυσεῖ λελάληκεν ὁ Θεὸς, τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν “ἐστί.” τερατουργήσει δὴ οὖν καὶ ἐφ᾽ ἡμῖν ὁ τῶν ὅλων Θεὸς, εἰ καὶ μὴ ἐμφανῶς, καθάπερ ἀμέλει καὶ τότε, ἀλλ᾽ οὖν νοητῶς, οὕτω τε ἡμᾶς ἀνασώσει τοὺς ἐν τοῖς ἰδίοις σκηνώμασιν, ἵνα μὴ μεγαλοφρονῶσι καθ᾽ ἡμῶν οἱ Ἰουδαῖοι, ἤγουν οἱ παρ᾽ αὐτοῖς ἡγούμενοι. τουτὶ γὰρ οἶμαι δηλοῦν τὸ καύχημα τοῦ οἴκου Δαυείδ.> <Καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ὑπερασπιεῖ Κύριος ὑπὲρ τῶν κατοικούντων Ἱερουσαλήμ· καὶ ἔσται ὁ ἀσθενῶν ἐν αὐτοῖς ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ὡς οἶκος Δαυεὶδ, ὁ δὲ οἶκος Δαυεὶδ ὡς οἶκος Θεοῦ, ὡς ἄγγελος Κυρίου ἐνώπιον αὐτῶν.> “Ὅπλῳ μὲν ἡμᾶς εὐδοκίας” ἐστεφάνωσεν ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ. δέδωκε γὰρ ἡμῖν τὸν ἴδιον Υἱὸν προασπιστὴν καὶ πρόμαχον, δι᾽ οὗ καὶ σεσώσμεθα, παντὸς μὲν εὐκόλως διεκδύνοντες πειρασμοῦ· πολέμου δὲ τοῦ παρ᾽ ἐχθρῶν, καὶ τῆς τῶν διωκόντων σκαιότητος κατευμεγεθεῖν εἰωθότες. ἀλλ᾽ ἔν γε τοῖς προκειμένοις δηλοῦται μέν τι τοιοῦτον, πλὴν ἀσαφείᾳ πολλῇ κατεσκιασμένον τὸν λόγον κατίδοι τις ἄν. ἔφη μὲν γὰρ ὑπερασπιεῖν ὁ τῶν ὅλων Θεὸς τῶν κατοικούντων Ἱερουσαλὴμ, καὶ οὐχὶ δὴ μᾶλλον τῶν παροικούντων αὐτήν. καὶ νοεῖται μὲν ὁμολογουμένως Ἱερουσαλὴμ ἐν τούτοις ἡ Ἐκκλησία Χριστοῦ.
Μετάφραση
«Οι πατέρες μας έφαγαν το μάννα στην έρημο, όπως είναι γραμμένο: "Άρτο από τον ουρανό τους έδωσε να φάνε"»· και άλλοτε πάλι: «Εμείς γνωρίζουμε ότι στον Μωυσή μίλησε ο Θεός, ενώ τούτον δεν γνωρίζουμε από πού είναι». Θα κάνει λοιπόν θαύματα και σε εμάς ο Θεός των όλων, έστω κι αν όχι με ορατό τρόπο, όπως βέβαια και τότε, αλλά νοητώς, και έτσι θα διασώσει εμάς που βρισκόμαστε στα δικά του σκηνώματα, ώστε να μην υπερηφανεύονται εναντίον μας οι Ιουδαίοι, δηλαδή οι άρχοντές τους. Διότι αυτό νομίζω ότι υποδηλώνει το καύχημα του οίκου Δαβίδ.> <Και κατά την ημέρα εκείνη ο Κύριος θα υπερασπιστεί εκείνους που κατοικούν στην Ιερουσαλήμ· και ο ασθενής μεταξύ τους εκείνη την ημέρα θα είναι σαν τον οίκο του Δαβίδ, και ο οίκος του Δαβίδ σαν οίκος του Θεού, σαν άγγελος Κυρίου ενώπιόν τους.> «Με όπλο ευδοκίας» μας εστεφάνωσε ο Θεός και Πατέρας. Διότι μας έδωσε τον ίδιο Του τον Υιό ως υπερασπιστή και πρόμαχο, μέσω του οποίου και έχουμε σωθεί, διαφεύγοντας εύκολα από κάθε πειρασμό· και έχοντας συνηθίσει να υπερισχύουμε έναντι του πολέμου των εχθρών και της σκληρότητας όσων μας διώκουν. Αλλά στα προκείμενα δηλώνεται μεν κάτι τέτοιο, πλην όμως θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει ότι ο λόγος επισκιάζεται από πολλή ασάφεια. Διότι ανέφερε ότι ο Θεός των όλων θα υπερασπιστεί εκείνους που κατοικούν στην Ιερουσαλήμ, και όχι μάλλον αυτούς που απλώς παροικούν σε αυτήν. Και ομολογουμένως, ως Ιερουσαλήμ εν προκειμένω νοείται η Εκκλησία του Χριστού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες