οὐκοῦν ἐνδοιαζόντων ἡ ἐρώτησις, πότερόν ποτε χρὴ πληροῦν ἔτι τὸ ἁγίασμα καὶ τὸ πένθος, καὶ μετά γε τὴν ἔγερσιν τοῦ ναοῦ· ἤγουν ἀποσχέσθαι λοιπὸν τῆς τοῦ πένθους αἰτίας ἐκποδὼν οἰχομένης. <Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου τῶν δυνάμεων πρὸς μὲ λέγων Εἰπὸν πρὸς πάντα τὸν λαὸν τῆς γῆς καὶ πρὸς τοὺς ἱερεῖς λέγων Ἐὰν νηστεύσητε ἢ κόψησθε ἐν ταῖς πέμπταις ἢ ἐν ταῖς ἑβδόμαις, καὶ ἰδοὺ ἑβδομήκοντα ἔτη, μὴ νηστείαν νενηστεύκατέ μοι; καὶ ἐὰν φάγητε ἢ πίητε, οὐχ ὑμεῖς ἐσθίετε καὶ ὑμεῖς πίνετε; οὐχ οὗτοι οἱ λόγοι εἰσὶν οὓς ἐλάλησε Κύριος ἐν χειρὶ τῶν προφητῶν τῶν ἔμπροσθεν, ὅτε ἦν Ἱερουσαλὴμ κατοικουμένη καὶ εὐθηνοῦσα, καὶ αἱ πόλεις αὐτῆς κυκλόθεν, καὶ ἡ ὀρεινὴ καὶ ἡ πεδινὴ κατῳκεῖτο;> Ἤροντό τινες, ὡς ἤδη προεῖπον, περὶ τοῦ ἐπίκλην ἁγιάσματος τούς τε ἱερέας καὶ τοὺς προφήτας· εἶτα Θεὸς ἀποκρίνεται, τῶν ἱερέων καὶ προφητῶν κατά γε τὸ εἰκὸς προσαγηοχότων τὰς λιτὰς, καὶ ὅτι προσήκοι τοῖς τὰ τοιάδε φιλοπευστεῖν ᾑρημένοις ἀποκρίνεσθαι σοφῶς διεσπουδακότων. εἶτα τίς ὁ λόγος ὁ παρὰ Θεοῦ; βραχύς τε καὶ οὐ μακρὸς καὶ οὐδὲν ἔχων τὸ περισκελές· ἀλλ᾽ ἵν᾽ οὕτως εἴπωμεν, γυμνὸς καὶ εὐαπάλλακτος τὴν τοῦ συμφέροντος γνῶσιν. τί γὰρ δὴ τὸ χρῆμα, φησὶν, εἰ καὶ νενηστεύκατε τυχὸν ἐν ταῖς πέμπταις καὶ ἐν ταῖς ἑβδόμαις; ἢ ποία τις ὅλως κατόρθωσις ἀρετῆς, τὸ ἐπολολύζειν ἀμαθῶς λίθοις τε καὶ ξύλοις ἐμπεπρησμένοις;
Μετάφραση
Επομένως, η ερώτηση προερχόταν από όσους αμφέβαλλαν, αν άραγε έπρεπε να τηρούν ακόμη τον αγιασμό (τη νηστεία) και το πένθος, ακόμη και μετά την ανοικοδόμηση του ναού· ή αν θα έπρεπε πλέον να απέχουν, αφού η αιτία του πένθους είχε εκλείψει. <Και έγινε λόγος του Κυρίου των δυνάμεων προς εμένα, λέγοντας: Πες προς όλο τον λαό της γης και προς τους ιερείς τα εξής: Αν νηστέψετε ή θρηνήσετε τον πέμπτο ή τον έβδομο μήνα, και ιδού επί εβδομήντα χρόνια, μήπως για εμένα νηστέψατε αυτή τη νηστεία; Και αν φάτε ή αν πιείτε, δεν τρώτε για τον εαυτό σας και πίνετε για τον εαυτό σας; Δεν είναι αυτά τα λόγια που μίλησε ο Κύριος μέσω των προηγούμενων προφητών, όταν η Ιερουσαλήμ κατοικούνταν και ευημερούσε, όπως και οι πόλεις γύρω από αυτήν, και η ορεινή και η πεδινή περιοχή κατοικούνταν;> Ρώτησαν λοιπόν κάποιοι, όπως ήδη προείπα, για τον λεγόμενο αγιασμό τους ιερείς και τους προφήτες· έπειτα ο Θεός αποκρίνεται, αφού πρώτα οι ιερείς και οι προφήτες, όπως ήταν φυσικό, προσέφεραν τις ικεσίες τους και φρόντισαν να απαντήσουν με σοφία σε αυτούς που επέλεξαν να ρωτήσουν τέτοια πράγματα. Έπειτα ποιος είναι ο λόγος από τον Θεό; Σύντομος και όχι μακροσκελής, χωρίς να έχει τίποτε το δυσνόητο· αλλά, για να το πούμε έτσι, γυμνός και σαφής ως προς τη γνώση του συμφέροντος. Διότι ποιο είναι το όφελος, λέει, αν τυχόν νηστέψατε τον πέμπτο και τον έβδομο μήνα; Ή τι είδους κατόρθωμα αρετής είναι συνολικά το να θρηνείτε από αμάθεια πάνω σε καμένες πέτρες και ξύλα;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες