ὅτι δὲ τὸ τοῖς θείοις λόγοις ἀπειθεῖν ἐπιζήμιον, μᾶλλον δὲ καὶ ὀλέθρου πρόξενον, καὶ ἐξ αὐτῶν ἄν τις ἴδοι τῶν τοῖς ἀρχαίοις συμβεβηκότων· καὶ οὐ μακρῶν ἄν τις δέοιτο λόγων πρὸς ἀπόδειξιν, ἀλλ᾽ ἔστι τὸ χρῆμα παντί τῳ σαφὲς, τῷ γε ἅπαξ εἰδότι τὰ ἐκ τῆς εὐπειθείας ἀγαθά. <Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου παντοκράτορος πρὸς μὲ λέγων Τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ Ἐζήλωσα τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν Σιὼν ζῆλον μέγαν καὶ θυμῷ μεγάλῳ ἐζήλωσα αὐτήν.> Τὸ ἀπειθὲς καὶ ἐξήνιον τῶν ἀρχαιοτέρων καὶ ἐξ αὐτῶν σφισι συμβεβηκότων ἀποχρώντως διαβεβληκὼς, καὶ ὅτι γένοιτο πάντων αὐτοῖς τῶν κακῶν πρόξενον ἀποφήνας, μεταβιβάζει τὸν λόγον ἐπὶ τὰ ἐξ ἡμερότητος ἀγαθὰ, καὶ πειρᾶται λοιπὸν τοὺς τῆς εὐημερίας αὐτοῖς ἐπαγγέλλεσθαι καιροὺς, καὶ τοῖς κατ᾽ εὐχὴν ἀγαθοῖς καταπιαίνειν πλουσίως, ὡς ἤδη μὲν δίκας ἐκτετικότας, ὧν ἀνοσίως πεπαρῳνήκασιν, ἐκνενιμμένους δὲ ὥσπερ τῆς ἀρχαίας φαυλότητος τὰ ἐγκλήματα διά τοι τοῦ κεκολάσθαι παρ᾽ ἐχθροῖς καὶ τὸν τῆς δουλείας ἀνατλῆναι ζυγόν. κατακέκραγε δὲ ὥσπερ τῆς τῶν Βαβυλωνίων ὠμότητος, οἳ πέρα παντὸς ἰόντες θράσους, δεδράκασιν εἰς αὐτοὺς, ἃ μηδὲ αὐτὸς ὁ θεῖος ἤθελέ που θυμός· ἔφη γὰρ ἐναργῶς ὅτι “Ἐγὼ μὲν ὠργίσθην ὀλίγα, αὐτοὶ δὲ συνεπέ- ”θεντο εἰς κακά.” ἐζήλωκα δὴ οὖν τὴν Ἱερουσαλὴμ, τουτέστι τὸν ὑπὲρ αὐτῆς εἰσδέδεγμαι ζῆλον, καὶ θυμῷ μεγάλῳ ἐζήλωσα αὐτήν.
Μετάφραση
Το ότι η απείθεια στους θείους λόγους είναι επιζήμια, ή μάλλον και πρόξενος ολέθρου, μπορεί κανείς να το διαπιστώσει και από όσα συνέβησαν στους αρχαίους· και δεν θα χρειαζόταν κανείς μακροσκελείς λόγους προς απόδειξη, αλλά το πράγμα είναι απολύτως σαφές στον καθένα που έχει γνωρίσει έστω και μία φορά τα αγαθά που προκύπτουν από την ευπείθεια. <Και έγινε λόγος Κυρίου Παντοκράτορα προς εμένα, λέγοντας: Αυτά λέει ο Κύριος ο Παντοκράτωρ· Έδειξα μεγάλο ζήλο για την Ιερουσαλήμ και τη Σιών, και με θυμό μεγάλο ζήλωσα γι' αυτήν.> Αφού κατέκρινε επαρκώς την απείθεια και την αχαλίνωτη συμπεριφορά των παλαιοτέρων με βάση όσα τους συνέβησαν, και αφού απέδειξε ότι αυτή έγινε πρόξενος όλων των κακών γι' αυτούς, μεταφέρει το λόγο στα αγαθά που προέρχονται από την ευσπλαχνία του, και προσπαθεί πλέον να τους υποσχεθεί καιρούς ευημερίας, και να τους εμπλουτίσει πλουσιοπάροχα με τα ποθούμενα αγαθά, θεωρώντας ότι έχουν ήδη εκτίσει την τιμωρία για όσα ανόσια διέπραξαν, και ότι έχουν ξεπλυθεί, τρόπον τινά, από τα εγκλήματα της παλαιάς τους φαυλότητας, μέσω του ότι τιμωρήθηκαν από τους εχθρούς και υπέμειναν το ζυγό της δουλείας. Κατακρίνει δε έντονα την ωμότητα των Βαβυλωνίων, οι οποίοι, ξεπερνώντας κάθε όριο θράσους, έπραξαν σε αυτούς πράγματα τα οποία ούτε ο ίδιος ο θείος θυμός δεν επιθυμούσε· διότι είπε ξεκάθαρα ότι «Εγώ μεν οργίστηκα λίγο, αυτοί όμως συνέβαλαν σε μεγαλύτερα κακά». Έδειξα λοιπόν ζήλο για την Ιερουσαλήμ, δηλαδή ανέλαβα το ζήλο υπέρ αυτής, και με θυμό μεγάλο ζήλωσα γι' αυτήν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες