Εἰδέναι δὲ ἀναγκαῖον, ὅτι διωκομένης, ὡς ἔφην, παρ᾽ ἐχθρῶν ἔσθ᾽ ὅτε τῆς Ἐκκλησίας, συνεπιφύονταί τε δεινῶς καὶ ἐπιμειδιῶσιν οἱ ἐχθροὶ, τάχα που λέγοντες τό “εὖγε εὖγε,” κατὰ τὸ γεγραμμένον. πλὴν ἐπαμύνει Χριστὸς, καὶ ἅπασαν μὲν αὐτῶν συνθραύσει δύναμιν, τὸν ἴδιον ἐγείρων ναὸν, ἐπιφέρων δὲ τοῖς ἐπιβουλεύουσι τὰ ἐξ ἀκράτου θυμοῦ, καὶ ὥσπερ τινὰς πόλεις τὰς τῶν αἱρέσεων κατασείων συναγωγὰς, καὶ πρὸς ταύταις ἔτι τὰ τῶν εἰδωλολατρῶν ἀνόσια στίφη. <Καὶ ἐξαρῶ τὸ αἷμα αὐτῶν ἐκ στόματος αὐτῶν, καὶ τὰ βδελύγματα αὐτῶν ἐκ μέσου ὀδόντων αὐτῶν· καὶ ὑπολειφθήσονται καὶ οὗτοι τῷ Θεῷ ἡμῶν, καὶ ἔσονται ὡς χιλίαρχος ἐν Ἰούδᾳ, καὶ ὁ Ἀκκαρὼν ὡς ὁ Ἰεβουσαῖος.> Κατεδηδόκασι μὲν καὶ οὗτοι τὸν Ἰσραὴλ, καὶ οἷά τινες θῆρες, μονονουχὶ καὶ αἵματι πεφυρμένον εἶχον τὸ στόμα. ἐπειδὴ δὲ ἦσαν εἰδωλολάτραι, καὶ ταῖς τῶν ματαίων θεραπείαις προσκείμενοι, ἀεί πως ἐπὶ γλώττης, ἤγουν ἐπ᾽ ὀδόντων, ἐδέχοντο τῶν ἰδίων βδελυγμάτων τὰς κλήσεις, ἄνω τε καὶ κάτω θεοὺς ὀνομάζοντες τὰ χειρόκμητα, καὶ λίθοις ἀψύχοις κατὰ τὸν προφήτην λέγοντες “Θεός μου εἶ σὺ, καὶ σὺ ”ἐγέννησάς με.” ἀλλ᾽ ἐκτετίκασι μὲν τὴν αὐτοῖς προσήκουσάν τε καὶ ἀποχρῶσαν δίκην, πεπλημμεληκότες ἀγρίως εἰς τὸν Ἰσραήλ. πλὴν οὐκ εἰς ἅπαν διολώλασι, προαναθροῦντος Θεοῦ τὴν ἐν καιροῖς ἐσομένην αὐτῶν ἐπιστροφὴν ἐν Χριστῷ.
Μετάφραση
Είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε ότι, όταν, όπως είπα, η Εκκλησία διώκεται ενίοτε από τους εχθρούς της, οι εχθροί επιτίθενται με σφοδρότητα και χαμογελούν χαιρέκακα, λέγοντας ίσως το «εύγε, εύγε», σύμφωνα με τα γεγραμμένα. Όμως ο Χριστός την υπερασπίζεται, και θα συντρίψει όλη τη δύναμή τους, εγείροντας τον δικό του ναό, και επιφέροντας σε όσους την επιβουλεύονται όσα προέρχονται από άκρατο θυμό, και κατασείοντας σαν κάποιες πόλεις τις συναγωγές των αιρέσεων, και μαζί με αυτές επιπλέον τα ανόσια στίφη των ειδωλολατρών. <Και θα αφαιρέσω το αίμα τους από το στόμα τους, και τα βδελύγματά τους από το μέσο των δοντιών τους· και θα εναπομείνουν και αυτοί στον Θεό μας, και θα είναι σαν χιλίαρχος στον Ιούδα, και η Ακκαρών σαν τον Ιεβουσαίο.> Και αυτοί κατέφαγαν τον Ισραήλ, και σαν κάποια θηρία, είχαν το στόμα τους σχεδόν βαμμένο με αίμα. Επειδή όμως ήταν ειδωλολάτρες, και προσκολλημένοι στις λατρείες των μάταιων ειδώλων, δέχονταν πάντα με κάποιον τρόπο στη γλώσσα τους, ή μάλλον στα δόντια τους, τις ονομασίες των δικών τους βδελυγμάτων, ονομάζοντας συνεχώς θεούς τα χειροποίητα, και λέγοντας στις άψυχες πέτρες, κατά τον προφήτη, «Εσύ είσαι ο Θεός μου, και εσύ με γέννησες». Αλλά πλήρωσαν μεν την αρμόζουσα και επαρκή τιμωρία τους, έχοντας αμαρτήσει άγρια ενάντια στον Ισραήλ. Ωστόσο δεν καταστράφηκαν ολοσχερώς, επειδή ο Θεός προέβλεπε την εν καιρώ μελλοντική επιστροφή τους εν Χριστώ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες