Ἄραρεν οὖν ὅτι κατοιμώζειν ἄξιον τοὺς θεομισεῖς αἱρετικοὺς, ἐπιθήγοντας τὴν γλῶτταν τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ, καὶ κτιστὸν εἶναι λέγοντας, καὶ μὴν καὶ ἐν μείοσιν ἢ ἐν οἷς ὁ Πατήρ. εἴδωλον δὲ ὥσπερ ἀναπλάττουσι καὶ αὐτοὶ, κατά γε τό σφισιν αὐτοῖς εὖ ἔχειν δοκοῦν, καὶ τοῦτο προσκυνεῖν ἐπιτάττουσι. εἰ γὰρ ἐκπέπτωκεν ὅλως τοῦ εἶναι Θεὸς κατὰ φύσιν ὁ Υἱὸς, καὶ ἔστι γενητὸς, προσκυνεῖται δὲ πρός τε ἡμῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἁγίων ἀγγέλων, πῶς οὐκ ἐναργῶς τῇ κτίσει λατρεύομεν, καθάπερ Ἑλλήνων παῖδες εἰς ἡλίου τύπον, ἤγουν ἑτέρου τινὸς τῶν κτισμάτων, τὸ ἐξ ἀνοίας καὶ ματαιότητος λογισμῶν εἴδωλον ἀναπλάσαντες; <Συνάχθητε καὶ συνδέθητε, τὸ ἔθνος τὸ ἀπαίδευτον, πρὸ τοῦ γενέσθαι ὑμᾶς ὡς ἄνθος παραπορευόμενον ἡμέρᾳ, πρὸ τοῦ ἐπελθεῖν ἐφ᾽ ὑμᾶς ὀργὴν Κυρίου, πρὸ τοῦ ἐπελθεῖν ἐφ᾽ ὑμᾶς ἡμέραν θυμοῦ Κυρίου.> Παραδείξας εὖ μάλα τοῦ πολέμου τὴν ἀγριότητα καὶ τῆς ἐσομένης συμφορᾶς τὸ μέγεθος, μεθίστησι πάλιν ἐπὶ καιροῦ τὸν λόγον ἐπὶ τὸ χρῆναι καλεῖν εἰς μετάγνωσιν, ὅτε καὶ ἦν ἀναπείσειν εὐκόλως, εἰκὸς δήπου πεφοβημένους. ἀπεσκληκότος μὲν γὰρ ἔσθ᾽ ὅτε τοῦ νοῦ καὶ πολὺ λίαν διανενευκότος εἰς τὰ αἰσχίω καὶ βδελυρώτατα, οὐκ εὐκόλως προσιέμεθα τὸ κἂν γοῦν ἑλέσθαι μετανοεῖν, συνωθεῖ δὲ πολλάκις εἰς τοῦτο καὶ οὐχ ἑκόντας τὸ δεῖμα. καλεῖ τοίνυν εἰς οἰκειότητα τὴν πρὸς αὐτόν.
Μετάφραση
Είναι βέβαιο, λοιπόν, ότι αξίζει να θρηνεί κανείς για τους θεομίσητους αιρετικούς, οι οποίοι ακονίζουν τη γλώσσα τους εναντίον του Υιού του Θεού, λέγοντας ότι είναι κτιστός και μάλιστα κατώτερος από τον Πατέρα. Πλάθουν κι αυτοί, σαν να λέμε, ένα είδωλο, σύμφωνα με αυτό που τους φαίνεται σωστό, και διατάζουν να το προσκυνούν. Διότι, αν ο Υιός έχει εκπέσει εντελώς από το να είναι Θεός κατά φύση, και είναι γενητός, αλλά προσκυνείται και από εμάς τους ίδιους και από τους αγίους αγγέλους, πώς δεν λατρεύουμε ολοφάνερα την κτίση, όπως ακριβώς οι ειδωλολάτρες, πλάθοντας από ανοησία και ματαιότητα λογισμών ένα είδωλο με τη μορφή του ήλιου ή κάποιου άλλου από τα κτίσματα; «Συναχθείτε και συνδεθείτε, το έθνος το απαίδευτο, πριν γίνετε σαν άνθος που παρέρχεται σε μια μέρα, πριν έλθει επάνω σας η οργή του Κυρίου, πριν έλθει επάνω σας η ημέρα του θυμού του Κυρίου». Αφού παρουσίασε πολύ καλά την αγριότητα του πολέμου και το μέγεθος της μελλοντικής συμφοράς, στρέφει και πάλι τον λόγο, την κατάλληλη στιγμή, στην ανάγκη να τους καλέσει σε μετάνοια, οπότε και θα μπορούσε να τους πείσει εύκολα, εφόσον φυσικά ήταν φοβισμένοι. Διότι, όταν ο νους έχει σκληρυνθεί και έχει στραφεί πάρα πολύ προς τα πιο αισχρά και βδελυρά πράγματα, δεν δεχόμαστε εύκολα έστω την επιλογή της μετάνοιας, αλλά πολλές φορές μας ωθεί σε αυτό ο φόβος, έστω και παρά τη θέλησή μας. Τους καλεί, λοιπόν, σε οικειότητα με Αυτόν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες