Οὐκοῦν ὅταν ἁμαρτάνοντας ἀποστρέφηται Θεὸς, ὑπὸ πόδας κεισόμεθα τῶν ἐχθρῶν, καὶ οὐδεὶς ὁ σώζων ἢ ἐπαμύνων ἐστίν. εἰ δὲ ἐποπτεύοι πάλιν ἐφιεμένους ἀρετῆς καὶ ζῆν ἐννόμως ἐθέλοντας, ἀμείνους μὲν ἐσόμεθα πολέμου παντὸς, κατευμεγεθήσομεν δὲ καὶ μάλα ῥᾳδίως τῶν ἀνθεστηκότων, καὶ πληροφορήσει λέγων αὐτὸς περὶ δικαίου παντός “Ὅτι ”ἐπ᾽ ἐμὲ ἤλπισε, καὶ ῥύσομαι αὐτόν· σκεπάσω αὐτὸν, ὅτι “ἔγνω τὸ ὀνομά μου. κεκράξεται πρὸς μὲ καὶ ἐπακούσομαι ”αὐτοῦ· μετ᾽ αὐτοῦ εἰμι ἐν θλίψει· ἐξελοῦμαι αὐτὸν καὶ “δοξάσω αὐτόν. μακρότητος ἡμερῶν ἐμπλήσω αὐτὸν καὶ ”δείξω αὐτῷ τὸ σωτήριόν μου.” <Ἤκουσα ὀνειδισμοὺς Μωὰβ καὶ κονδυλισμοὺς υἱῶν Ἀμμὼν, ἐν οἷς ὠνείδιζον τὸν λαόν μου καὶ ἐμεγαλύνοντο ἐπὶ τὰ ὅριά μου.
Μετάφραση
Επομένως, όταν ο Θεός αποστρέφεται όσους αμαρτάνουν, θα βρεθούμε κάτω από τα πόδια των εχθρών μας, και δεν θα υπάρχει κανείς που να μας σώζει ή να μας υπερασπίζεται. Εάν όμως επιβλέπει ξανά εκείνους που επιθυμούν την αρετή και θέλουν να ζουν σύμφωνα με τον νόμο, θα γίνουμε ανώτεροι από κάθε πόλεμο, και θα κατισχύσουμε πολύ εύκολα αυτών που μας αντιμάχονται, και θα δώσει πλήρη διαβεβαίωση λέγοντας ο ίδιος για κάθε δίκαιο: «Επειδή σε εμένα ήλπισε, θα τον ελευθερώσω· θα τον σκεπάσω, επειδή γνώρισε το όνομά μου. Θα φωνάξει προς εμένα και θα τον εισακούσω· είμαι μαζί του στη θλίψη· θα τον γλιτώσω και θα τον δοξάσω. Θα τον χορτάσω με μακροημέρευση και θα του δείξω τη σωτηρία μου». «Άκουσα τους ονειδισμούς του Μωάβ και τις ύβρεις των υιών του Αμμών, με τους οποίους ονείδιζαν τον λαό μου και μεγαλορρημονούσαν εναντίον των ορίων μου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες