περικαλλεστάτη δὲ λίαν ἡ Ἱερουσαλὴμ, διάτοι τὸ τῷ θείῳ λελαμπρύνθαι νόμῳ, καὶ τοῖς τῆς ἱερωσύνης αὐχήμασιν ὁρᾶσθαι διαπρεπὴς, ἐπασκεῖν δὲ καὶ δικαιοσύνην, καὶ Θεῷ τῷ κατὰ φύσιν προσκυνεῖν, καὶ αὐτῷ τελεῖν τὰς λατρείας. κάλλος δὲ τοῦτο πνευματικόν. δύναιο δ᾽ ἂν καὶ ἑτέρως περιστερὰν εἰρῆσθαι νοεῖν τὴν Ἱερουσαλήμ. ἔθος γὰρ ἀεὶ τῷ πτηνῷ, κἂν εἴ τις αὐτὸ τῆς φιλτάτης αὐτῷ καλιᾶς ἀποκομίσειεν ἀπωτάτω, εἶτα δοίη τῇ πτήσει καιρὸν, ἀναθεῖν οἴκαδε πάλιν καὶ ἀνακομίζεσθαι πρὸς τὰ οἰκεῖα. ὃ δὴ γεγονὸς καὶ ἐπ᾽ αὐτῆς εὑρήσομεν τῆς Ἱερουσαλήμ. ἔχουσα γὰρ ἐκ προγόνων τὸ εὐσεβὲς, καταπεφοίτηκε μὲν εἰς Αἴγυπτον· ἐκβαίνουσα δὲ ὥσπερ τὴν ἐκ πατέρων λατρείαν, ἐκεῖ προσκεκύνηκεν εἰδώλοις· ἀλλὰ κέκληται διὰ Μωυσέως, καὶ ἀπέπτη τρόπον τινὰ τῆς ἐν Αἰγύπτῳ πλάνης, παλινδρομήσασα πρὸς Θεόν. ἀλλὰ γὰρ τίς ἡ αἰτία, φησὶ, τοῦ καὶ ὅλως ἁλῶναι τυχὸν, καὶ ὑφ᾽ ἑτέροις γενέσθαι πάλιν τὴν λελυτρωμένην; <Οὐκ εἰσήκουσε φωνῆς.> Ἤκουσε γὰρ ἐν τῷ ὄρει Σινᾷ τοῦ Θεοῦ λέγοντος “Ἄκουε ”Ἰσραὴλ, Κύριος ὁ Θεός σου Κύριος εἷς ἐστιν. οὐ ποιήσεις “σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ”ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν “ὑποκάτω τῆς γῆς.” παρατρέχουσα δὲ τὸ διηγγελμένον, κατώλισθεν ἀμαθῶς εἰς πολύθεον πλάνησιν.
Μετάφραση
Η Ιερουσαλήμ ήταν εξαιρετικά πανέμορφη, επειδή είχε λαμπρυνθεί από τον θείο νόμο, και φαινόταν διαπρεπής με τα καυχήματα της ιερωσύνης, και επειδή ασκούσε τη δικαιοσύνη, και προσκυνούσε τον κατά φύσιν Θεό, και σε Αυτόν προσέφερε τις λατρείες της. Και αυτό το κάλλος ήταν πνευματικό. Θα μπορούσες όμως και με άλλον τρόπο να κατανοήσεις το γιατί η Ιερουσαλήμ ονομάζεται περιστερά. Διότι είναι πάντοτε συνήθεια αυτού του πτηνού, ακόμη κι αν κάποιος το απομακρύνει πολύ μακριά από την αγαπημένη του φωλιά, έπειτα αν του δώσει την ευκαιρία να πετάξει, να επιστρέφει πάλι στο σπίτι του και να γυρίζει στα οικεία του. Πράγμα που θα βρούμε ότι συνέβη και στην ίδια την Ιερουσαλήμ. Διότι, ενώ κατείχε από τους προγόνους την ευσέβεια, κατέβηκε μεν στην Αίγυπτο· και απομακρυνόμενη, τρόπον τινά, από την πατροπαράδοτη λατρεία, προσκύνησε εκεί είδωλα· αλλά κλήθηκε μέσω του Μωυσή, και πέταξε μακριά, κατά κάποιον τρόπο, από την πλάνη της Αιγύπτου, επιστρέφοντας πάλι προς τον Θεό. Αλλά ποια είναι η αιτία, λέγει, του να αιχμαλωτιστεί τελικά εξ ολοκλήρου, και να βρεθεί πάλι υπό την εξουσία άλλων, αυτή που είχε λυτρωθεί; «Δεν εισάκουσε φωνή». Διότι άκουσε στο όρος Σινά τον Θεό να λέγει: «Άκουε Ισραήλ, ο Κύριος ο Θεός σου είναι ένας Κύριος. Δεν θα κατασκευάσεις για τον εαυτό σου είδωλο, ούτε κανένα ομοίωμα από όσα βρίσκονται ψηλά στον ουρανό και όσα βρίσκονται κάτω στη γη και όσα βρίσκονται στα ύδατα κάτω από τη γη». Παραβλέποντας όμως αυτή τη διακήρυξη, διολίσθησε από άγνοια στην πολυθεϊστική πλάνη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες