Παραφυλακτέον δὴ οὖν τοῖς τῆς Ἐκκλησίας ἱερουργοῖς, μὴ βεβηλοῦν τὰ ἅγια· τρόπος δὲ τῆς βεβηλώσεως οὐχ εἷς, διάφορος δὲ καὶ πολύς. δεῖ γὰρ εἶναι κεκαθαρμένους καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα, καὶ πᾶν εἶδος ἀποσειομένους βδελυρᾶς ἡδονῆς, ἠγλαϊσμένους δὲ μᾶλλον τοῖς εἰς ἀγαθουργίαν σπουδάσμασι, μεμνημένους λέγοντος τοῦ θεσπεσίου Παύλου “Πνεύματι περιπατεῖτε, καὶ ἐπιθυμίαν σαρκὸς οὐ μὴ τε- ”λέσητε.” <Ὁ δὲ Κύριος δίκαιος ἐν μέσῳ αὐτῆς καὶ οὐ μὴ ποιήσῃ ἄδικον· πρωῒ πρωῒ δώσει τὸ κρῖμα αὐτοῦ, καὶ οὐκ εἰς νῖκος ἀδικίαν.> Ἀσύμβατόν ἐστί πως ἀεὶ τῷ ἀδίκῳ τὸ δίκαιον, καὶ οὐκ ἂν ἴοι κατὰ ταυτὸν τῷ βεβήλῳ τὸ καθαρόν. “Τίς γὰρ ἂν ”γένοιτο κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;” μάχεται γὰρ τὰ τοιάδε τῶν πραγμάτων, καὶ πολὺ τῆς ἀλλήλων φιλίας διῳκισμένα κατίδοι τις ἂν αὐτά. ἠγαπηκότος δὴ οὖν τὴν δικαιοσύνην καὶ οὐκ εἰδότος ἀδικίαν τοῦ πάντων κρατοῦντος Θεοῦ, πῶς ἀεὶ κρατήσειν ἔμελλον, ἤγουν διεξάγεσθαι πρὸς πέρας, οὐκ ἀνακοπτόμενα παντελῶς τὰ παμμόχθηρα τῶν Ἰουδαίων ἐγκλήματα; δοκεῖ δέ πως ἀδικίας εἶναί τις τρόπος, τὸ μὴ ποιναῖς ὑποφέρειν τὸν ἀλιτήριον, καὶ τὸ μὴ δίκας αἰτεῖν τὸν ἀσελγῶς τε καὶ ἀνοσίως διαβιοῦν ᾑρημένον, καὶ πεφροντικότα μὲν τῶν νόμων οὐδὲν, διανενευκότα δὲ οὕτω πρὸς ἀδικίαν, ὡς οὐδὲν ἡγεῖσθαι τὸ ἄμεινον, αὔχημά τε ποιεῖσθαι λαμπρὸν τὰ ἐφ᾽ οἷς ἦν εἰκὸς ἐρυθριῶντα ὁρᾶσθαι.
Μετάφραση
Πρέπει, λοιπόν, να προσέχουν οι ιερουργοί της Εκκλησίας να μην βεβηλώνουν τα άγια· και ο τρόπος της βεβήλωσης δεν είναι ένας, αλλά διάφορος και πολλαπλός. Διότι πρέπει να είναι καθαρμένοι και στην ψυχή και στο σώμα, και να αποτινάσσουν κάθε είδος βδελυρής ηδονής, και μάλλον να είναι στολισμένοι με τα έργα της αγαθοεργίας, ενθυμούμενοι τον θεσπέσιο Παύλο που λέει: «Σύμφωνα με το Πνεύμα να περιπατείτε, και δεν θα εκπληρώσετε την επιθυμία της σάρκας». <Ο δε Κύριος είναι δίκαιος στο μέσον αυτής και δεν πρόκειται να πράξει κάτι άδικο· κάθε πρωί θα δίνει την κρίση του, και δεν θα αφήσει την αδικία να νικήσει.> Είναι πάντοτε ασύμβατο το δίκαιο προς το άδικο, και δεν θα μπορούσε το καθαρό να συμπορευθεί με το βέβηλο. Διότι, «ποια κοινωνία μπορεί να υπάρξει ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι;» Διότι τέτοιου είδους πράγματα αντιμάχονται μεταξύ τους, και θα τα έβλεπε κανείς να απέχουν πολύ από το να έχουν φιλία αναμεταξύ τους. Εφόσον λοιπόν ο Θεός, ο οποίος συγκρατεί τα σύμπαντα, αγαπά τη δικαιοσύνη και δεν γνωρίζει αδικία, πώς επρόκειτο να επικρατούν διαρκώς, δηλαδή να φθάνουν μέχρι το τέλος, χωρίς να ανακόπτονται παντελώς τα πανάθλια εγκλήματα των Ιουδαίων; Φαίνεται, εξάλλου, πως αποτελεί κάποιο είδος αδικίας το να μην υποβάλλεται σε ποινές ο αλιτήριος, και το να μην ζητείται να λογοδοτήσει εκείνος που έχει επιλέξει να ζει με ασελγή και ανόσιο τρόπο, και ο οποίος δεν υπολογίζει καθόλου τους νόμους, αλλά ρέπει τόσο πολύ προς την αδικία, ώστε να μην προκρίνει καθόλου το καλύτερο, και να καυχάται λαμπρά για πράγματα για τα οποία θα ήταν φυσικό να τον βλέπει κανείς να κοκκινίζει από ντροπή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες