Ψυχωφελές κείμενο
Στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Πατρίδας
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Σύμφωνα μέ τή χρονολογία γέννησής του ὁ Γέροντας ἔπρεπε νά πάει στρατιώτης τό 1941, ὅμως τόν κάλεσαν τό 1947, ὅταν ἦταν εἴκοσι ἑπτά ἐτῶν, σέ μία περίοδο ἀπό τίς πιό θλιβερές γιά τήν πατρίδα. Ἦταν ἡ περίοδος τοῦ Ἐμφυλίου πολέμου. Ὁ εἰρηνικός καί ἄκακος Ἰάκωβος βρέθηκε στήν ἀρχή ὡς ἐκπαιδευόμενος καί κατόπιν ὡς ἐπιχειρησιακός στρατιώτης στό Βόλο, γιά βασική ἐκπαίδευση. Στή συνέχεια, ἀφοῦ ἀρίστευσε στίς σχετικές ἐξετάσεις, ὑπηρέτησε στόν Πειραιά, στό Κέντρο Ἐφοδιασμοῦ καί Μεταφορῶν.
Χαριτωμένες, μέ ἁγνό χιοῦμορ καί παραστατικότητα οἱ διηγήσεις του γιά περιστατικά τῆς ἐποχῆς τῆς στρατιωτικῆς του ἐκπαίδευσης:
«Καθόμουν τήν ὥρα τῶν μαθημάτων τῆς θεωρίας γιά τά ὅπλα στήν πρώτη γραμμή καί κοίταζα τόν ἐκπαιδευτή στά μάτια. Ὁ νοῦς μου ὅμως βρισκόταν στό χωριό μου, στούς ναούς καί στά ἐξωκκλήσια, ἀπασχολημένος μέ τήν προσευχή. Κάποτε ἕνας ἐκπαιδευτής, ἀγροῖκος καί βάρβαρος ἄνθρωπος, μέ συνέλαβε ἀφηρημένο καί θυμωμένος μέ χτύπησε στό κεφάλι μέ τό ὅπλο. Ἐγώ μέ πραότητα τοῦ παραπονέθηκα γιά τήν πράξη του. Ὁ Θεός ὅμως δέν τόν ἄφησε ἀτιμώρητο. Σηκώθηκε ἀμέσως ἕνας ἀνεμοστρόβιλος καί ἕνα σουβλερό ἀγκάθι μπῆκε στό μάτι του καί τόσο πόνεσε καί κινδύνεψε ἡ ὅρασή του, ὥστε φοβισμένος μοῦ παραπονέθηκε γιά τό πάθημά του, γιατί νόμισε ὅτι τόν καταράστηκα. Ἐγώ φυσικά δέν τόν εἶχα καταραστεῖ, ἀλλά ὁ Θεός τόν συνέτισε τόσο ὀδυνηρά, γιά νά μαλακώσει ἡ σκληρή ψυχή του».
Τό ἱερό κειμήλιο τῆς οἰκογένειάς του, τό θαυματουργό εἰκονάκι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπη, τό εἶχε πάντα μαζί του ὁ στρατιώτης Ἰάκωβος μέσα στό χιτώνιό του. «Δέν ἤμουν ἄνθρωπος τῶν αἱμάτων καί γι’ αὐτό πολλές φορές παρακαλοῦσα τόν Ἅγιο νά μέ ἀπαλλάξει ἀπό τήν ὑπηρεσία τῶν περιπόλων τοῦ στρατοῦ. Ὅταν ὁ ἀξιωματικός διάλεγε ἀπό τή γραμμή τῶν στρατιωτῶν τήν περίπολο, ἔβαζα τό χέρι μου μέσα στό χιτώνιό μου, ἔπιανα τό εἰκονάκι καί παρακαλοῦσα νά μήν μέ δεῖ ὁ ἀξιωματικός καί μέ διαλέξει. Καί ὁ Ἅγιος ἐκπλήρωνε τό αἴτημά μου».
Κάποια φορά ἦταν σκοπός σέ μιά περιοχή τοῦ Πηλίου καί ἔπρεπε νά προσέχει κάθε ὕποπτη κίνηση στήν περιοχή τῆς εὐθύνης του. Κάθισε, λοιπόν, μπροστά στό ὁπλοπολυβόλο, ἔβγαλε τό εἰκονάκι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπη, τό τοποθέτησε πάνω στό ὅπλο καί εἶπε στόν Ἅγιο: «Τώρα, Ἅγιέ μου, φύλαξε ἐσύ σκοπός. Πρόσεξε τήν περιοχή μου ἀπό ἐκεῖ ἕως ἐκεῖ. Τοῦ ἔδειχνα τό μέρος τῆς εὐθύνης μου κι ἐγώ ἀφοσιωνόμουν στήν προσευχή». Πράγματι ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου ἦταν ἐκεῖ! Πέρασαν οἱ ἀντάρτες ἀπό μπροστά του κρυμμένοι μέσα σ’ ἕνα κοπάδι πρόβατα. Πολύ μεγάλος ὁ κίνδυνος! Μάλιστα ἕνας εἶπε στούς ἄλλους νά σκοτώσουν τό στρατιώτη. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἔβαλε κάποιον ἄλλο ἀπό τούς συναδέλφους του καί τόν ἐμπόδισε λέγοντάς του: «Ἄσ’ τό παιδί, τί μᾶς ἔφταιξε; Μήν τυχόν μάλιστα κινδυνεύσουμε χωρίς σοβαρό λόγο». Ἔτσι μέ τίς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου σώθηκε. Γιά τόν κίνδυνο πού πέρασε τόν πληροφόρησε ὁ τσοπάνης, ὅταν πέρασε τήν ἄλλη μέρα πάλι ἀπό τήν περιοχή.
Ὁ πρῶτος μήνας ἤτανε καί ὁ πιό δύσκολος. Ὑπέμεινε τά πειράγματα τῶν συστρατιωτῶν του. «Πάτερ Ἰάκωβε» τόν ἀποκαλοῦσαν περιπαιχτικά καί ἐκεῖνος δέν τούς ἀπαντοῦσε, χαμογελοῦσε λίγο καί πήγαινε στό κρεββάτι του. Παρόλο πού προσπαθοῦσε νά ζεῖ ἐν κρυπτῷ τήν ἐν Χριστῷ ζωή του, τόν παρακολουθοῦσαν σέ κάθε κίνησή του. Σκεπαζόταν μέ τήν κουβέρτα μέσα στό θάλαμο καί ἔκανε κρυφά ἀπό κάτω τό σταυρό του καί τήν προσευχή του. Ὁ στρατιώτης, πού κοιμόταν στό πάνω κρεββάτι, ἕνα βράδυ τοῦ φώναξε:
Ἰάκωβε, τί κνεῖς (κουνᾶς) τό χέρι σου κάτω ἀπό τήν κουβέρτα; Πάλι τό σταυρό σου κάνεις, πάλι προσευχές κάνεις. Ἀφοῦ κάναμε ὅλοι μαζί τήν προσευχή μας, ἐσύ γιατί συνεχίζεις μόνος σου;
Δέν κάνω τίποτα κακό, τήν προσευχή μου κάνω, τοῦ ἀπάντησε.
Μετά τόν πρῶτο μήνα ἄρχισαν νά ἀλλάζουν κάπως τά πράγματα. Ὁ Ἰάκωβος συμπαραστεκόταν μέ μεγάλη προθυμία στούς φαντάρους, πού ἀντιμετώπιζαν κάποιο πρόβλημα εἴτε ὑγείας εἴτε ὁποιοδήποτε ἄλλο. Στό πρόσωπό του ἔβρισκαν τήν παρηγοριά. Ὡστόσο οἱ δοκιμασίες συνεχίζονταν.
Μιά φορά πῆγαν βόλτα μέ συναδέλφους του στόν Πειραιά.
Ἔλα Ἰάκωβε νά σοῦ δείξουμε κάτι, τοῦ λένε. Ἀνύποπτος τούς ἀκολούθησε καί τόν ὁδήγησαν σέ κάποιο σημεῖο.
Κοίταξε ἐδῶ, τοῦ λένε.
«Κοιτάζω ἀπό τήν εἴσοδο· μία σκάλα ὁδηγοῦσε σέ κάποιο ὑπόγειο καί βλέπω μέσα ἀνθρώπους νά χορεύουν τσιτσάνηδες (ξεγύμνωτοι). Ποῦ μέ φέρατε ἐδῶ; τούς λέω. Τότε ἕνας ἀπό αὐτούς, ἀπό τόν πειρασμό κινούμενος, μέ ἅρπαξε ἀπό πίσω, γιά νά μέ κατεβάσει βίαια».
Πᾶμε κι ἐμεῖς κάτω, ἔλεγε, καί γελοῦσε.
Τότε ὁ ἁπλοῦς Ἰάκωβος ἔσπρωξε μέ δύναμη τόν δυστυχισμένο ἐκεῖνο συνάδελφό του, ἀπειλώντας τον νά μήν ξανατολμήσει νά τόν ἀκουμπήσει, καί δρομαίως, ὡς ἄλλος Ἰωσήφ ὁ Πάγκαλος, ξέφυγε ἀπό τήν ἁμαρτία.
Πολλοί ἀπό αὐτούς τούς στρατιῶτες, μετά ἀπό χρόνια ἐπισκέπτονταν τό Μοναστήρι μέ μετάνοια, σεβασμό καί συγκίνηση, γιά νά πάρουν τήν εὐχή τοῦ πρώην συστρατιώτη τους. Καί ὁ Γέροντας σχολιάζοντας συνήθιζε νά λέει: «Ἡ ἐνάρετη ζωή πάντα διδάσκει καί ἀποδίδει καρπούς, ἔστω καί μετά ἀπό χρόνια, ἐνῶ ἄν τούς ἀκολουθοῦσα στίς δικές τους δραστηριότητες, τί καλό θά μποροῦσε ποτέ νά προέλθει;».
Ἀπαρέγκλιτη ἦταν ἡ τήρηση τῆς νηστείας Τετάρτης, Παρασκευῆς, Σαρακοστῆς Χριστουγέννων καί Πάσχα, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τοῦ Δεκαπενταυγούστου καί κατά τή διάρκεια τῆς στρατιωτικῆς του θητείας. Καί τό λάδι ἀκόμη τό νήστευε. Εἶχε, ὅμως, ἀνάγκη ἀπό λίγα χρήματα, γιά νά παίρνει λίγο χαλβά γιά τίς νηστεῖες του, ἀλλά νά δίνει καί στόν Ἱερέα νά μνημονεύει ζῶντες καί κεκοιμημένους τίς Κυριακές, πού εἶχε ἔξοδο. Γι’ αὐτές τίς ἀνάγκες σκέφτηκε καί πούλαγε μισοτιμῆς τήν κουραμάνα, πού τοῦ ἔδινε ὁ στρατός.
Ὅλα αὐτά τά ἔβλεπαν οἱ συστρατιῶτες του, καθώς καί ἐκεῖνο τό γεμάτο ἀγάπη καί εἰρήνη ἀγγελικό πρόσωπό του καί ἄρχισαν νά τόν συμπαθοῦν. Γνωστό βέβαια εἶναι καί τό περιστατικό, πού διηγεῖτο ὁ Γέροντας: Ἕνας συστρατιώτης του μορφωμένος, εἶπε μπροστά του: «Καλός ὁ Ἰάκωβος, ἀλλά τόν ἔχει τρελάνει ἡ Ἐκκλησία» καί ἔλαβε ἀπό τόν στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ τήν ἀπάντηση: «Ἡ Ἐκκλησία φωτίζει ἀνθρώπους, δέν τρελαίνει».
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.