Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Σεβ. Μητροπολίτου Χαλκίδος, Ἱστιαίας καί Βορείων Σποράδων κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

—

Ενότητα 121 από 214

Ὁ Ὅσιος Γέρων Ἰάκωβος Τσαλίκης ἀσκήτευσε στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ τοῦ Γέροντος, πού εὑρίσκεται στίς Ροβιές, στήν Μητροπολιτική μας Περιφέρεια καί ἦταν γιά πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα −ἀπό τό 1975 ἕως τήν κοίμησή του τό 1991− καί Ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ. Πράγματι εἶχα τή μεγάλη εὐλογία νά γνωρίσω τόν Γέροντα, ὅταν ἤμουν πρωτοετής φοιτητής τῆς Θεολογίας. Ὡς ἀναγνώστης καί ὑποψήφιος κληρικός, συνόδευα τότε τόν ἀείμνηστο προκάτοχό μου καί Γέροντά μου Μητροπολίτη, τόν Χρυσόστομο τόν Α΄ (τόν Βέργη), ὁ ὁποῖος ἀγαποῦσε πάρα πολύ τό Μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ καί ἔμενε σ’ αὐτό περίπου ἕνα μήνα κατά τήν διάρκεια τοῦ καλοκαιριοῦ καί ἦταν, ἄν ὄχι ὁ πρῶτος, τουλάχιστον ἀπό τούς λίγους τούς πρώτους, πού εἶχε ἀντιληφθεῖ τήν πνευματικότητα καί τήν ἁγιότητα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Καί μάλιστα μᾶς ἔλεγε χαριτολογώντας ὅτι ὁ Γέροντας ὁ Ἰάκωβος θά μᾶς βάλει γρήγορα σέ μπελάδες. Καί ὅταν τόν κοιτούσαμε μέ ἔκπληξη, σέ τί μπελάδες θά μποροῦσε νά μᾶς βάλει, χαμογελοῦσε καί μᾶς ἔλεγε, θά μᾶς βάλει σέ καλούς μπελάδες. Νά κάνουμε ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητο, ὅ,τι προβλέπεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας, γιά νά τόν ἀνακηρύξουμε ἅγιο! Γιατί πράγματι εἶναι ἅγιος ἄνθρωπος. Ἀπό τότε λοιπόν, ἦρθα σέ ἐπαφή μέ τόν Γέροντα καί μέ ὅση δύναμη εἶχα τότε καί μέ ὅσες ἱκανότητες ὁ Θεός μοῦ χάρισε, μπόρεσα καί ἐγώ νά ὠφεληθῶ πολύ ἀπό τήν παρουσία του.

Τόν θυμοῦμαι πάντοτε σάν ἕνα ξεχωριστό λειτουργό τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος πατοῦσε στή γῆ, λειτουργοῦσε ἀνάμεσά μας καί ὅμως σοῦ ἔδινε τήν αἴσθηση ὅτι βρισκόταν στόν οὐρανό. Καί ἐνῶ ἦταν στόν οὐρανό, στήν πραγματικότητα τό ἔνιωθες ὅτι ἦταν μεταρσιωμένος, ταυτοχρόνως ἦταν τόσο πολύ γλυκύς καί τόσο πολύ προσιτός στούς ἀνθρώπους, πού ὁ καθένας ἤθελε νά εἶναι σέ διαρκῆ ἐπικοινωνία μαζί του. Λειτουργοῦσε σάν μαγνήτης καί ἦταν ἀρχοντικός στόν τρόπο καί στό παράστημα, ἱεροπρεπέστατος, πάρα πολύ καλός στά μουσικά του (μᾶλλον πρακτικά ἤξερε νά ψάλλει καί ὅμως ἔψελνε πάρα πολύ ὡραῖα). Ἐδιάβαζε μέ καθαρότητα καί εὐκρίνεια καί ἀπέδιδε νοηματικά τά ἱερά Ἀναγνώσματα καί τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου.Ἦταν προσηλωμένος σέ αὐτό, τό ὁποῖο ἔκανε. Ἕνας εὐλαβής, εὐλαβέστατος Ἱερέας. Ὁ ἴδιος ἦταν μία λατρεύουσα ὕπαρξη. Εἶναι ἀξιοσημείωτο τό γεγονός ὅτι ἐπί τῶν ἡμερῶν του καθιερώθηκε στό Μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, κάθε μέρα νά τελεῖται Θεία Λειτουργία. Τότε πού πολύ λίγος κόσμος ἀνέβαινε καί τότε πού εἶχε ἀρχίσει νά διαδίδεται ἡ φήμη τοῦ Γέροντος Ἰακώβου καί μάλιστα δέν ὑπῆρχαν καί οἱ κατάλληλες προϋποθέσεις. Ὁ δρόμος πού ὑπάρχει σήμερα καί ὅλα αὐτά...

Ἐγώ πρόλαβα, ἤμουν ἤδη κληρικός, χειροτονήθηκα τό 1983, ὁπότε καταλαβαίνετε πού ἐρχόμασταν ἀκόμη μέ τόν προκάτοχό μου, τόν Δεσπότη, μέσα ἀπό χωματόδρομο.

Καταρχήν ποτέ δέν δέχθηκε τόν τίτλο τοῦ Ἡγουμένου. Μοῦ ἔλεγε ὁ προκάτοχός μου, ὁ Δεσπότης, ὅτι σχεδόν διά τῆς βίας τόν διόρισε Ἡγούμενο καί σέ ὅλη του τή ζωή ὁ Γέροντας ἔλεγε, «Ἡγούμενος εἶναι ὁ Ὅσιος Δαυΐδ. Ὁ Ἅγιος Δαυΐδ εἶναι Ἡγούμενος. Ἐγώ δέν εἶμαι, εἶμαι ὑπηρέτης του». Και μάλιστα τοῦ ἔβγαλε ὁ Δεσπότης τήν πρώτη φωτογραφία μέ σταυρό, ἐπανωκαλύμμαυχο καί τό μπαστούνι, πού τόν ἔκανε Ἡγούμενο, γιατί τοῦ τό ἔθεσε ὡς θέμα ὑπακοῆς. Καί τό δέχτηκε. Καί ὁ Δεσπότης αἰσθανόταν ἕνα καμάρι γι’ αὐτό, γιατί ἦταν κάτι σπουδαῖο γιά τόν Γέροντα.

Τόν ἔζησα ἀκόμη στήν ἁπλότητά του. Συνομιλοῦσε μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, συγκαταβαίνοντας στό ἐπίπεδο τοῦ κάθε προσκυνητοῦ, τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Καί ἐνῶ εἶχε τή δυνατότητα νά προσεγγίσει καί νά μιλήσει καί μέ πολύ μορφωμένους ἀνθρώπους, ταπεινωνότανε μπροστά τους καί τούς ἔλεγε, τί ἤρθατε, ἐσεῖς εἶστε μορφωμένοι ἄνθρωποι, τί ἤρθατε στόν ἀγράμματο Ἰάκωβο; Τί ἤρθατε; Καί ὅταν ἐκεῖνοι τοῦ ἔλεγαν γιά τήν πνευματικότητά του καί τά ὑπόλοιπα, ἀπαντοῦσε: «Ἐγώ εἶμαι ἕνας ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, ἐγώ εἶμαι ἕνα σκυλί ψόφιο, πού βρωμάει καί πού μυρίζει». Εἶχε τέτοια ταπείνωση καί τέτοια ἁπλότητα. Δέν ἦταν ταπεινόσχημος, ἦταν πραγματικά ταπεινός ἄνθρωπος. Ταυτοχρόνως ὅμως, εἶχε καί μία ἀξιοπρέπεια καί ἤξερε ὅτι ὡς Ἡγούμενος ἔχει τήν εὐθύνη τῆς διοικήσεως καί τῆς διαπαιδαγωγήσεως τῶν Μοναχῶν καί τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι τόν ἐμπιστεύονταν. Γι’ αὐτό ἤξερε νά συνδυάζει με τήν καλωσύνη καί τήν γλυκύτητα καί τήν αὐστηρότητα. Καί εἶχε ἕναν τύπο, ὁ ὁποῖος σέ ἔκανε νά τόν θέλεις πολύ, ἀλλά καί ταυτοχρόνως νά μήν ἐξοικειώνεσαι μαζί του. Νά μήν παίρνεις ἐκεῖνο, δηλαδή, τό θάρρος πού κάνει κακό καί σέ ἐκεῖνον πού τό ἔχει, ἀλλά καί σέ ἐκεῖνον πού τό δίδει. Κρατοῦσε πάρα πολύ καλά τήν θέση του καί νομίζω ὅτι αὐτό εἶναι κάτι πολύ σπουδαῖο, γιατί πολλές φορές νομίζουμε ὅτι εἴμαστε ἤ γινόμαστε ταπεινοί, ὅταν ἀρνούμαστε αὐτό πού εἴμαστε, ἀκόμη καί αὐτά, τά ὁποῖα συνεπάγεται ἡ θέση μας. Εἶναι θέμα συνειδητοποιήσεως τῆς ἀποστολῆς καί τῆς εὐθύνης. Δέν εἶναι ἐγωιστής αὐτός πού κρατάει τή θέση του καί ζητάει μέ τόν τρόπο του νά σέβονται καί οἱ ἄλλοι τή θέση του καί τίς θέσεις του, πού ἀπορρέουν ἀπό αὐτήν τήν ἰδιότητά του.

Πολλές φορές ἦταν ἀπαιτητικός ὁ Γέροντας κυρίως ἀπό τούς Μοναχούς του καί μάλιστα τούς παλαιοτέρους του, μεταξύ τῶν ὁποίων διακρίνω τόν διάδοχό του τόν Γέροντα τόν Κύριλλο, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπόδειγμα ταπεινοφροσύνης καί ὑπακοῆς, ὅπως τή λέμε, ἕως θανάτου. Καί πιστεύω ὅτι σάν καλός παιδαγωγός, ζητοῦσε ὅλο καί περισσότερο νά τούς ἐκπαιδεύσει καί μέ αὐτόν τόν τρόπο τούς ἀνέβαζε πνευματικά. Καί ἡ αὐστηρότητα αὐτή δέν λειτουργοῦσε εἰς βάρος τῆς πατρότητος καί εἰς βάρος τῆς ἀγάπης, διότι πάλι κάνουμε ἕνα λάθος μέσα στήν καθημερινότητά μας καί νομίζουμε, ὅποιος ἄνθρωπος μιλήσει λίγο αὐστηρά ἤ εἶναι λίγο ἀπαιτητικός ἤ μᾶς ὑποδείξει αὐτό πού πραγματικά μᾶς συμφέρει καί δέν «πάει μέ τά νερά μας», ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐγωιστής, δέν μᾶς ἀγαπάει. Ἡ ἀγάπη περιλαμβάνει τήν αὐστηρότητα, αὐτό λέει ὁ λαός ὁ σοφός, «ὅποιος θέλει τό καλό μου μέ κάνει καί κλαίω καί ὅποιος θέλει τό κακό μου μέ κάνει καί γελῶ». Νομίζω ἡ ἰσοπέδωση εἶναι κατάντημα, δέν εἶναι πρόοδος. Εἶναι σκλαβιά καί ὄχι ἐλευθερία. Ναί, δέν εἶναι ἐλευθερία. Εἶναι ἀσυδοσία. Εἶναι διάλυση. Καί οἱ πνευματικοί ἄνθρωποι νομίζω ὅτι αὐτό τό νιώθουν καί γι’ αὐτό καί τό προσέχουν.

Καί ὅπως ἀκριβῶς ζητοῦσε ὁ Γέροντας τήν ὑπακοή, προσέφερε τήν ὑπακοή. Γιατί ὅταν ἦταν Ἡγούμενος ὁ Γέροντας ὁ Νικόδημος, γιά τόν ὁποῖο πάντοτε μιλοῦσε μέ τά καλύτερα λόγια, τόσον ὁ Γέρων Ἰάκωβος, ὅσο καί ὁ Κύριλλος, τόν ἀγαποῦσαν καί τόν ὑπήκουαν. Ὁ Γέροντας Νικόδημος ἔμενε στή Λίμνη. Καί ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ξεκινοῦσε μέ τά πόδια ἀπό τόν Ὅσιο Δαυΐδ νά πάει πολλές ὧρες δρόμο γιά νά ρωτήσει τόν Γέροντά του, γιά τό κάθε τι πού ἀφοροῦσε τήν Μονή καί τόν ἴδιο. Καί δέν ἔκανε τίποτε χωρίς εὐλογία. Χωρίς τήν ὑπακοή. Ἕνας ἄνθρωπος, λοιπόν, πού τήν ἔχει βιώσει μέ αὐτόν τόν τρόπο τήν ὑπακοή, νομίζω ὅτι δικαιοῦται καί νά τήν ζητάει. Καί οἱ ἄλλοι τοῦ τό ἀναγνωρίζουν. Γιατί ἔχουν ἀκουμπήσει ἐπάνω του. Εἶναι ὁδηγός ὁ Ἡγούμενος, ὅπως εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος στήν Ἐπισκοπή. Δέν εἶναι παιχνίδι αὐτό, εἶναι εὐθύνη καί ἔχει συναίσθηση τῆς εὐθύνης αὐτός, ὁ ὁποῖος μιλάει τήν γλῶσσα τῆς ἀλήθειας καί δέν κοροϊδεύει ἤ δέν κάνει διπλωματία.

Θυμᾶμαι τόν Γέροντα τά μεσημέρια, πού καθόμασταν ἐδῶ, ἀπ’ ἔξω στό μπαλκονάκι, καθόταν ὀκλαδόν στό τσιμέντο ἐπάνω καί ἤθελε, φαντάζομαι περισσότερο γιά νά μέ διδάξει, νά ψάλλουμε μαζί. Μοῦ ἔλεγε πνευματικά λόγια καί βέβαια μακάρι νά εἶχα τότε λίγο περισσότερο μυαλό, νά διδαχθῶ καί νά μάθω πολύ περισσότερα ἀπό ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο.

Ἐπίσης πρέπει νά πῶ ὅτι ὁ Γέροντας ὁ Ἰάκωβος ἦταν ἄνθρωπος τῆς ἐλεημοσύνης. Ἦταν ἐξαιρετικά ἐλεήμων ἄνθρωπος. Ὁ ἴδιος πάμπτωχος, ὅπως εἶναι καί ὅλοι οἱ Πατέρες, πού ἐγκαταβιώνουν στή Μονή, ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι τούς ἐμπιστεύονται χρήματα, ἀκολουθώντας τό παράδειγμα τοῦ Γέροντος Ἰακώβου, ὅλα τά δίνουν σέ φιλανθρωπίες καί σέ ἀγαθοεργίες. Θυμοῦμαι, λοιπόν, τόν Γέροντα τόν Ἰάκωβο, πού ἔδιδε στόν προκάτοχό μου χρήματα σέ φάκελο καί μάλιστα πρέπει νά πῶ καί τό χαριτωμένο, ὅτι ἡ μάνα τοῦ Δεσπότη, πού ἔμενε τότε μαζί ἐδῶ, ἡ ἀείμνηστη Εὐαγγελία, ἤθελε κάθε μέρα νά τῆς κάνει Λειτουργία ὁ Γέροντας Ἰάκωβος. Καί κάθε μέρα τόν πλήρωνε, διότι ἐπίστευε ὅτι μέ αὐτόν τόν τρόπο πιάνει ἡ λειτουργία. Ὁ Γέροντας, γιά νά μήν τῆς χαλάσει τήν καρδιά τά ἔπαιρνε, ὅλα αὐτά τά ἔβαζε σέ ἕναν φάκελο, μαζί καί ἄλλα χρήματα δικά του καί τά ἔδινε στόν Δεσπότη. Ἀκόμη εἶχε τετράδιο πού γράφανε τούς ἁγιασμούς, πού κάνανε στά αὐτοκίνητα καί ὅ,τι τούς ἔδιναν οἱ ἄνθρωποι, τά δίνανε γιά τά Ἱδρύματα, τά δίνανε σέ φτωχούς ἀνθρώπους ἐδῶ. Ὁ προκάτοχός μου ἔδινε στήν συνέχεια τά χρήματα στόν Ταμία καί ἔλεγε ἀπό τόν Γέροντα Ἰάκωβο ἀπό τόν Ἅγιο Δαυΐδ. Ἀλλά ἔχω δεῖ καί μέ τά μάτια μου στό ἕνα χέρι νά τοῦ δίνουν χρήματα, τήν ὥρα πού τόν χαιρετοῦσαν οἱ ἄνθρωποι καί μέ τό ἄλλο χέρι νά τόν δίνει τόν φάκελο στόν ἑπόμενο ἤ στόν μεθεπόμενο, πού ἤξερε ὅτι εἶχε πρόβλημα, χωρίς κἄν νά ἔχει ἀνοίξει νά δεῖ τί καί πόσα ἔχει μέσα.

Μάλιστα κάποιος ἀπό τούς πατέρες ἔλεγε ὅτι τοῦ τό κάνανε ἔτσι σάν παράπονο, «βρέ Γέροντα», τοῦ εἶπαν, «ἄνοιξε τόν φάκελο, νά δεῖς τί ἔχει μέσα, μπορεῖ νά ἔχει καί πολλά χρήματα καί δέν πρέπει νά τά δώσεις ὅλα». Καί ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε·

«μήν μοῦ βάζετε νά δημιουργῶ τέτοιου εἴδους λογισμούς. Ἄν παιδί μου», λέει, «ἀνοίξω τόν φάκελο καί δῶ τά χρήματα, θά μπῶ σέ ἄλλη διαδικασία. Τό μυαλό μου θά πάει ἀλλοῦ. Αὐτό πού λές. Νά μήν τά δώσω ὅλα, νά δώσω κάτι, νά δώσω τοῦτο, νά κρατήσω ἐκεῖνο… Ἐνῶ ἔτσι εἶναι πιό ὡραῖα. Τά δίνεις, ὅπως ὁ Θεός σκορπίζει σέ ὅλους ἀδιακρίτως καί στούς ἀγαθούς καί στούς πονηρούς καί βρέχει ἐπί δικαίους καί ἀδίκους, ὅπως διαβάζουμε. Ἔτσι ἀκριβῶς πρέπει νά κάνουμε καί ἐμεῖς». Ὑπῆρξε ἄνθρωπος ἐλεημοσύνης.

Ταυτοχρόνως, ἐνῶ ἦταν πτωχός, ἦτο καί νοικοκύρης. Στό κελλί του, ἀκόμα καί σήμερα, πού διατηρεῖ ἀκριβῶς τήν μορφή πού εἶχε, βλέπει κανείς δύο πράγματα. Τήν πτωχεία του, ἀλλά καί τήν τάξη, τό νοικοκυριό του. Τά τριμμένα ράσα, ἀλλά καί τήν καθαρή φυσιογνωμία καί τήν ἀρχοντική παρουσία. Σπάνια συνδυάζονται ὅλα αὐτά σέ ἕναν ἄνθρωπο. Καί τά ξέρω αὐτά, γιατί μοῦ ἔκανε τήν τιμή καί μέ φιλοξενοῦσε στό γραφεῖο του, ὅταν ἔπρεπε νά διαβάσω, γιά νά πάω νά δώσω ἐξετάσεις. Καί μοῦ ἔλεγε, Κωνσταντῖνος ἦταν τό κοσμικό ὄνομά μου, ὁ κ. Κώστας θά πάει στό γραφεῖο νά μελετήσει. Καί ἔλεγε μέ καμάρι ὅτι ἀπό αὐτό τό Μοναστήρι ἔχουν περάσει πολλοί φοιτητές πρίν ἀπό ἐμένα. Καί μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός τήν εὐκαιρία νά τούς γνωρίσω. Καί ὅλοι μιλοῦσαν μέ τά καλύτερα λόγια γι’ αὐτόν τόν ξεχωριστό, τόν οὐράνιο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἦταν πραγματικά καί ἕνας ἐπίγειος ἄγγελος.

Πρέπει νά πῶ ἀκόμη ὅτι τά χρόνια ἐκεῖνα, λειτουργοῦσε στήν Μητρόπολη τό Ὀρφανοτροφεῖο τῶν Θηλέων. Εἶχε περί τά δώδεκα παιδάκια. Καί μέ τήν συγκατάθεση τοῦ Ἡγουμένου, τοῦ πατρός Ἰακώβου, ὁ Δεσπότης ἔφερνε τά παιδάκια αὐτά πού φοιτοῦσαν στό Δημοτικό Σχολεῖο, καί κάνανε ἕνα μήνα διακοπές ἐδῶ στό Μοναστήρι τό καλοκαίρι. Καί ἐκεῖνο τόν καιρό στό Μοναστήρι ἦταν μόλις τρεῖς ἄνθρωποι. Ὁ Γέροντας ὁ Ἰάκωβος, πού εἶχε καί προβλήματα μέ τήν ὑγεία του, ἦταν πολύ πιό εὔθραυστος, πιό εὐαίσθητος. Ὁ Κύριλλος, ὁ ὁποῖος ἦταν πραγματικά στύλος τοῦ Μοναστηριοῦ καί πρῶτος στή δουλειά, (θά πῶ ἁπλά, ὅπως τό λέει ὁ λαός, τόν φοβήθηκε ἡ δουλειά, δέν φοβήθηκε ποτέ τήν δουλειά), καί ὁ Σεραφείμ, πού καί ἐκεῖνος ἦταν λαμπάδα ἀναμμένη. Καί φιλοξενοῦσαν τόσο κόσμο, τόσους ἀνθρώπους. Καί πρόσφεραν πράγματα, τρόφιμα, ἐδῶ στά γύρω χωριά, σέ προσκυνητές, ἀπό αὐτό πού δέν εἶχαν στήν πραγματικότητα. Ἦταν φτωχό τό Μοναστήρι. Καί ὅμως ποτέ δέν τούς ἔλειπε τίποτα. Γιατί τούς φρόντιζε ὁ Θεός.

Ἐκεῖνο πού πραγματικά πρέπει νά τονιστεῖ ἰδιαίτερα, εἶναι ἡ ἰδιότητα τοῦ Γέροντος Ἰακώβου ὡς πνευματικοῦ, ὡς ἐξομολόγου. Ἀνέπαυσε πλῆθος ἀνθρώπων. Ἀναρίθμητο, μέγα πλῆθος ἀνθρώπων. Καί ἐνῶ εἶχε πρόβλημα μέ τήν ὑγεία του, τά ποδαράκια του εἶχαν κιρσούς καί ὑπέφερε καί πονοῦσε καί ἡ καρδούλα του εἶχε καί αὐτή τά προβλήματά της καί ἔπρεπε νά μήν κουράζεται, ὅμως ἐκεῖνος ἔμενε ἐδῶ στό ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους καί ἐξομολογοῦσε πολλούς ἀνθρώπους καί τούς ἀνέπαυε, διότι συνδύαζε τήν ἀλήθεια μέ τήν ἀγάπη. Στό μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως ὁ Γέροντας ἦταν θεραπευτής. Ἐγώ δέν ἐξομολογήθηκα, γιατί εἶχα πνευματικό, δέν ἐξομολογήθηκα ποτέ στόν Γέροντα. Ἀπό συζητήσεις ὅμως πού εἶχα γιά τήν ἐξομολόγηση καί γιά τόν τρόπο τοῦ χειρισμοῦ διαφόρων θεμάτων μέ τόν Μητροπολίτη, μέ τόν προκάτοχό μου, ἀλλά καί ἀπό ἐμπειρίες κληρικῶν καί ἁπλῶν ἀνθρώπων, πού στήν συνέχεια ἔτυχε νά ’ρθοῦν νά ἐξομολογηθοῦν σέ μένα ἤ κάπως νά συζητήσουμε διάφορα θέματα, εἶχα διαπιστώσει καί νομίζω πώς δέν ἔκανα λάθος, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός πραγματικά ἀνέπαυε, ἐθεράπευε καί λειτουργοῦσε παραμυθητικά καί στοργικά. Οἱ ἄνθρωποι φεύγανε ἀνάλαφροι. Εἶχαν ἀφήσει τό βάρος τους, τίς ἐνοχές τους καί εἶχαν πάρει καί τρόπο ζωῆς αὐθεντικό.

Ἀγαποῦσε πολύ τούς Ἁγίους. Φαίνεται αὐτό ἀπό πολλά πράγματα, ἀλλά καί ἀπό τήν διακόσμηση, τόν στολισμό τοῦ κελλιοῦ του, πού εἶχε διαφόρων εἰδῶν εἰκόνες. Ὅλοι οἱ τοῖχοι γεμάτοι ἀπό εἰκόνες Ἁγίων. Καί μερικοί αὐτό τό χαρακτηρίζουν εἶδος λαϊκῆς εὐσέβειας, σάν νά ἔχουμε, δηλαδή, πολλῶν εἰδῶν εὐσεβεῖς καί ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ λαϊκή εὐσέβεια καί ἄλλο εἶναι ἡ ἀκαδημαϊκή εὐσέβεια καί τά ὑπόλοιπα. Ὅμως ὁ Γέροντας Ἰάκωβος πίστευε στήν σχέση καί ἔβλεπε τούς Ἁγίους μέ αὐτήν τήν ἀγάπη, σάν γεγονός σχέσεως. Καί γι’ αὐτό μιλοῦσε μέ τόν Γέροντα, τόν Ὅσιο Δαυΐδ, μέ τήν οἰκειότητα τοῦ παιδιοῦ. Καί μάλιστα μερικές φορές τοῦ ζητοῦσε καί ἀπαιτητικά καί τοῦ ἔλεγε, «ἅμα δέν κάνεις αὐτό καί ἐγώ θά φύγω». Τί δείχνει αὐτό; Δείχνει ὅτι πραγματικά ἡ θεολογία του, (χωρίς πτυχίο Θεολογίας), ἦταν ἡ ζωή του ὁλόκληρη. Καί ἡ σχέση του μέ τόν Θεό δέν ἦταν ἕνα κομμάτι τῆς ζωῆς του, ὅπως πολλοί ἄνθρωποι κάνουν διάφορα πράγματα καί ἔχουν καί ἕνα κομματάκι πού τό ἀφιερώνουν στόν Θεό, ἄν γίνεται καί αὐτό, ἀλλά ζοῦσε αὐτό τό «ἐξ ὅλης τῆς καρδίας». Ἀγάπη πρός τόν Θεό, πραγματική, χωρίς ὅρια καί μέ τούς Ἁγίους καί τούς θεωροῦσε φίλους τούς Ἁγίους. Φίλους. Ὁπότε εἶχε αὐτή τήν καλή παρρησία, γιά τήν ὁποία παρακαλοῦμε νά μᾶς τήν χορηγεῖ ὁ Θεός, ὥστε νά μποροῦμε νά τόν αἰσθανόμαστε Πατέρα καί νά τόν ἀποκαλοῦμε Πατέρα. Νά αἰσθανόμαστε ὅτι εἴμαστε παιδιά του και ὅτι ἀπολαμβάνουμε τήν στοργή του καί τήν φροντίδα του. Τέτοιες σχέσεις εἶχε μέ τούς Ἁγίους. Καί γιά αὐτό καί δέν φοβήθηκε ποτέ τόν θάνατο. Φυσοῦσε στήν παλάμη του καί ἔλεγε: «Ἐγώ ἔτσι θά φύγω, σάν τό πουλάκι», ὅπως καί τελικά ἔφυγε, ἀνήμερα τῶν Εἰσοδίων τῆς Παναγίας μας.

Καί ἐκείνη τήν ἡμέρα εἶχε κάνει ὁ Δεσπότης, ὁ προκάτοχός μου, χειροτονία ἑνός ἀδελφοῦ τῆς Μονῆς σέ πανηγυρίζοντα Ναό στά Φύλλα τῆς Χαλκίδος καί μοῦ ἔδωσε ὁ Μοναχός ἐκεῖνος ἕναν φάκελο, στό τέλος τῆς λειτουργίας, νομίζω πρέπει νά ἦταν διακόσιες χιλιάδες δρχ. τότε. Μοῦ εἶπε, εἶναι εὐλογία ἀπό τόν Γέροντα στό Δεσπότη, γιά τά Ἱδρύματα. Καί ὅταν πήγαμε μετά στή Μητρόπολη καί τό ἔδωσα στό Δεσπότη, μοῦ λέει, δέν ἔπρεπε νά πάρεις τά χρήματα αὐτά. Σήμερα ἔκανα χειροτονία ἐγώ. Τοῦ λέω, μέ συγχωρεῖτε, δέν εἶναι πληρωμή γιά σᾶς. Ὁ Γέροντας σᾶς τά ἔστειλε, ὅπως σᾶς ἔδινε πάντοτε γιά τά Ἱδρύματα. Πάντοτε συνδύαζε τό πνευματικό γεγονός μέ τήν φιλανθρωπία, πού εἶναι ἐξίσου πνευματικό γεγονός.

Φοβοῦμαι ὅτι τόν ἀδικῶ, γιατί, καταρχήν θά μποροῦσε κανείς νά πεῖ πάρα πολλά πράγματα γιά τόν Γέροντα Ἰάκωβο. Δέν τελειώνουν. Καί ἡ περιγραφή εἶναι ἀνάλογη μέ τίς δυνατότητες, πού ἔχει κανείς νά μπορέσει νά συντονιστεῖ στόν δικό του τόν ρυθμό καί ἐγώ δέν τήν ἔχω αὐτή τήν ἱκανότητα καί αὐτή τή δυνατότητα. Ὅμως σᾶς εἶπα κάτι. Ἀπό τόν σεβασμό πού ἔχω στό πρόσωπό του καί ἀπό τόν θαυμασμό, τόν ὁποῖο ὁ ἴδιος μου ἐνέπνευσε. Σᾶς εὐχαριστῶ πού μοῦ δώσατε τή δυνατότητα νά μιλήσουμε καί πάλι γιά αὐτόν τόν μεγάλο, τόν σπουδαῖο Ἅγιο. Πρέπει νά σᾶς πῶ ὅτι μέ ἀξίωσε ὁ Θεός νά ὑποβάλλω αἴτημα στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μεταφέροντας ἐκεῖ τήν ἐκκλησιαστική ἐμπειρία, τήν συνείδηση τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, πού παραδέχεται τόν Γέροντα Ἰάκωβο ὡς Ἅγιο καί νά ζητήσω τήν ἐπίσημη ἁγιοκατάταξή του. Καί ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ τήν Προεδρία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου μας τοῦ κ. Ἱερωνύμου, ἀποτελούμενη ἀπό Μητροπολίτες, πού ὅλοι τόν γνώριζαν τόν Γέροντα Ἰάκωβο, καί ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, μετά χαρᾶς ἀποδέχτηκε τό αἴτημα, ἀφοῦ καί διεβίβασε τόν φάκελο στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί περιμένουμε ἀπό κεῖ τήν αἴσια ἔκβαση, διότι γνωρίζουμε καί τόν ἰδιαίτερο σεβασμό καί τήν ἀγάπη πού τοῦ εἶχε προσωπικά ὁ Πατριάρχης. Τήν ἔχει μάλιστα δημόσια ἐκφράσει πολλές φορές γιά τόν Γέροντα Ἰάκωβο καί γιά τό Μοναστήρι καί γιά τόν Γέροντα Κύριλλο. Ὅταν μάλιστα ὁ Γέροντας Κύριλλος ἦταν στό Νοσοκομεῖο στήν Ἀθήνα, ὁ Πατριάρχης ἐπισκεπτόμενος τήν πρωτεύουσα γιά διάφορα θέματα, τροποποίησε τό πρόγραμμά του, νά περάσει νά δεῖ τόν ἀσθενῆ καί νοσηλευόμενο Γέροντα Κύριλλο.

Καί θά πῶ καί κάτι πολύ σημαντικό. Ὁ Γέροντας Ἰάκωβος εἶχε προείπει στόν Πατριάρχη αὐτή του τήν ἐξέλιξη καί τήν ἀνάδειξή του στόν Οἰκουμενικό Θρόνο. Ὅταν εἶχε ἔρθει ἐδῶ στό Μοναστήρι νά προσκυνήσει ὡς Μητροπολίτης Φιλαδελφείας, ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε ὅτι ἐσεῖς θά εἶστε ὁ ἑπόμενος Πατριάρχης. Καί ὅταν ἔγινε Πατριάρχης ὁ Βαρθολομαῖος, ἔστειλε κάποια χρήματα, μέ τήν ἁπλότητα πού εἶχε ὁ Γέροντας, στό Πατριαρχεῖο νά κεράσει ὁ καινούριος Πατριάρχης ἐκ μέρους τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ καί τοῦ Γέροντος Ἰακώβου, τήν πατριαρχική αὐλή. Ὁ δέ Πατριάρχης, ὅταν τόν ἐπισκεφθήκαμε μέ τό σημερινό Γέροντα, τόν Ἡγούμενο, τόν πατέρα Γαβριήλ, πού εἶναι ἕνας ἀξιόλογος ἄνθρωπος καί βαδίζει μέ πολύ πιστότητα καί ἀφοσίωση καί σεβασμό στά βήματα τῶν προκατόχων του καί τούς ὁποίους προβάλλει μέ μία μεγάλη χαρά μέ ὅλη του τήν καρδιά, ὅταν ἐπισκεφθήκαμε τόν Πατριάρχη, μᾶς εἶπε ὁ Πατριάρχης ὅτι ὁ Γέροντας Ἰάκωβος πρέπει νά ὀνομάζεται ὁ «Μέ συγχωρεῖτε». Γιατί κάθε φράση πού ἔλεγε, τήν συνόδευε μέ τή φράση «Μέ συγχωρεῖτε». Καί «Μέ συγχωρεῖτε» καί «Μέ συγχωρεῖτε», γιατί τό ἔνοιωθε ἔτσι. Καί ἀκόμη πρέπει νά πῶ καί γιά ἄλλες του ἀρετές, πού μοῦ ἔρχονται πολλά στό μυαλό, συγχωρέστε μου τήν πολυλογία, ἀλλά δικαιολογῆστε μου τήν πρόθεση.

Ἦταν καί χαρούμενος ἄνθρωπος, πάντοτε χαμογελαστός καί ὁ λόγος του χαριτωμένος, δέν ἦταν ἀπόκοσμος. Δέν ἦταν στυφός. Γιατί μερικές φορές ἄλλοι ἄνθρωποι, ἀκόμη καί οἱ ἐκκλησιαζόμενοι καί οἱ ἀγωνιζόμενοι νά ἔχουμε πνευματική ζωή, κατά κάποιο τρόπο ἀνεξήγητο βγάζουμε ἕνα στυφό πράγμα πρός τά ἔξω. Βγάζουμε μία, συγχωρέστε μου τήν φράση, μία ξινίλα. Δείχνουμε συχνά πρόσωπα ἀγέλαστα, σκυθρωπά. Αὐτά τά πρόσωπα δέν μποροῦν νά πείσουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἀνάσταση, εἶναι Ζωή, εἶναι Χαρά. Καί νομίζω ὅτι δέν μποροῦν νά φανερώσουν πρός τά ἔξω, ὅτι ἔχουν μία τέτοια χαρούμενη ἐμπειρία. Ἄλλο πράγμα εἶναι τό πένθος γιά τίς ἁμαρτίες μας. Ἀκόμη καί αὐτό τό πένθος γιά τίς ἁμαρτίες μας, παίρνει ἄλλο χαρούμενο τόνο ἀπό ἕνα σημεῖο καί μετά. Γιατί ξέρουμε ὅτι δέν σωζόμαστε ἀπό τήν δική μας τήν ἀξιωσύνη στό τέλος-τέλος. Ἀκόμα καί τά δάκρυα τῆς μετανοίας, δέν εἶναι δικά μας. Παρακαλοῦμε τόν Θεό καί τοῦ λέμε, «χάρισέ μας μετάνοια ὁλόκληρη. Σέ ἐγκαταλείψαμε, μήν μᾶς ἐγκαταλείψεις Ἐσύ. Βγές, ὅπως βγαίνει καί ὁ πατέρας, ἡ μάνα, νά ἀναζητήσει τό χαμένο παιδί. Βγές νά μᾶς ἀναζητήσεις. Καί ξαναπάρε μας κοντά Σου». Γιατί τά λέμε ὅλα αὐτά; Γιατί ἡ Ἐκκλησία μᾶς βάζει μέσα σέ αὐτές τίς προσευχές νά ἐκδηλώνουμε τήν ψυχή μας; Γιατί ἄν δέν μᾶς δώσει, δέν μᾶς χαρίσει μετάνοια ὁ Θεός, δέν εἴμαστε ἄξιοι οὔτε γι’ αὐτό. Καί ἐφόσον, λοιπόν, ἀκόμη καί ἡ μετάνοια εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, κλαῖμε γιά τίς ἁμαρτίες μας, ταυτοχρόνως, ὅμως ἐλπίζουμε στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ξέρουμε ὅτι τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, αὐτό πού κοινωνοῦμε, μᾶς ἀνασταίνει.

Εἶναι δῶρο καί μᾶς καθαρίζει ἀπό κάθε ἁμαρτία. Καί βλέπουμε στήν Ἐκκλησία, ἀκόμη καί στήν προηγιασμένη, πού εἴμαστε ντυμένοι μέ πένθιμα, ὁ διάκοσμος ὅλος εἶναι πένθιμος τῆς Σαρακοστῆς, μόλις κοινωνήσουμε, τήν ὥρα πού κάνει συστολή τῶν Τιμίων Δώρων ὁ παπάς, λέει μέσα,στό Ἱερό Βῆμα, μυστικά· «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι». Εἶναι ἐμπειρία Ἀναστάσεως. Καί ὁ Γέροντας αὐτήν τήν ἐμπειρία, τήν ἔδειχνε καί μέ τήν λαμπρότητα τῶν ὀφθαλμῶν του καί τό ἤρεμο καί ὡραῖο καί χαμογελαστό καί χαρούμενο πρόσωπό του.

Σᾶς εὐχαριστῶ πάρα πολύ. Πάλιν καί πολλάκις, γιά τήν εὐκαιρία πού μοῦ δίνετε. Καί εὔχομαι νά ἔχουμε τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ μέ τίς ἀκοίμητες πρεσβεῖες τοῦ Γέροντος Ἰακώβου, τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ ἀνθρώπου, τοῦ νέου ἀσκητοῦ Ἰακώβου τοῦ

«Μέ συγχωρεῖτε». Να δώσει ὁ Θεός νά γιορτάσουμε πραγματικά τήν ἁγιοκατάταξή του. Σέ ἐκεῖνον δέν θά προσφέρουμε κάτι περισσότερο ἀπό αὐτό πού ζεῖ, ἀλλά θά τό χαροῦμε ὅλοι μας. Θά τό πανηγυρίσουμε. Ἔχουμε ἕναν πρέσβυ στόν οὐρανό καί νομίζω ὅτι θά εἶναι καί μία εὐκαιρία νά θυμηθοῦμε, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι γιά νά κάνει Ἁγίους. Καί ὅτι δέν πλαστήκαμε οἱ ἄνθρωποι γιά νά κατοικήσουμε μέσα σέ ἕναν τάφο, μέσα σέ ἕνα μικρό κασελάκι πού θά μᾶς βάλουν ἀργότερα τά ὀστᾶ μας. Μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός γιά νά ζήσουμε αἰώνια. Νά γίνουμε Ἅγιοι. Καί ὅταν κανείς βλέπει τούς συγχρόνους του ἀνθρώπους, νά γίνονται, νομίζω ὅτι ἀναπτερώνεται, ζηλεύει τήν καλή ζήλεια, παρακινεῖται καί τονώνεται ἡ θέλησή του. Καί ἀποκτᾶ, ὅπως εἶπα, μιά καλή ζήλεια, νά προσπαθήσει καί αὐτός νά πετύχει τό ἐφικτό. Βέβαια νά μήν ξεχνᾶμε ὅτι ἄν αὐτοί οἱ Ἅγιοι, οἱ σύγχρονοί μας, δεν καταφέρουν νά νικήσουν τήν πόρωσή μας καί τήν ἀδιαφορία μας τήν πνευματική, νομίζω ὅτι θά εἶναι ἕνα μέτρο, μέ τό ὁποῖο θά κατακριθοῦμε καί θά καταδικαστοῦμε. Νά μᾶς λυτρώσει ὁ Θεός ἀπό αὐτό.

Καί νά πῶ ἀκόμη, ὅτι τόν Γέροντα Ἰάκωβο τόν ἐπικαλέστηκα πρίν ἀκόμη τόν γνωρίσω. Ὅταν ἔδινα εἰσαγωγικές ἐξετάσεις στό Πανεπιστήμιο, ἐπειδή εἶχα ἀκούσει, γιά τόν ἅγιο αὐτόν ἄνθρωπο, εἶχα μαζί μου μία εἰκόνα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ στίς ἐξετάσεις καί μυστικῷ τῷ τρόπῳ, παρακαλοῦσα καί τόν Γέροντα Ἰάκωβο καί τοῦ ἔλεγα «Δέν σέ ξέρω. Ἔχω ἀκούσει γιά σένα πολλά καί ἀξιοθαύμαστα. Αὐτά μοῦ δίνουν τό κουράγιο νά σοῦ ζητήσω καί ἐσύ εἶμαι σίγουρος ὅτι μέ ἀκοῦς». Καί ἀπό ὅ,τι φάνηκε μέ ἄκουσε. Ἡ μελέτη-μελέτη, ὁ ἀγώνας-ἀγώνας, ἀλλά ὁ φωτισμός τοῦ Θεοῦ καί οἱ πρεσβεῖες τῶν Ἁγίων, εἶναι ἀναγκαῖα. Σᾶς εὐχαριστῶ ἀπό τήν καρδιά μου.